19/6/15

Το αόρατο ρήγμα

Στην ανάρτηση αυτή έχω επιλέξει  30 αποσπάσματα από το βιβλίο του Α. Δοξιάδη "Το αόρατο ρήγμα''.  Με έντονα γράμματα είναι τα ακριβή αποσπάσματα, ενώ με απλά ακολουθεί (το καθένα αλλά όχι όλα) απλουστευμένη ανάπτυξή τους με ιδέες/στοιχεία αποκλειστικά του βιβλίου. Πουθενά δεν υπάρχει δική μου άποψη/σχολιασμός. Η μόνη, ας πούμε "νοηματική", παρέμβασή μου, είναι κάποιες "υπογραμμίσεις". (Πλάγια γράμματα για έμφαση)

Μερικά αποσπάσματα -τα πιο μεγάλα-  είναι περιλήψεις πολλών σελίδων με συρραφή από προτάσεις του κειμένου.

Δεν υπάρχουν παραπεμπτικοί αριθμοί σελίδων, γιατί χρησιμοποίησα την ηλεκτρονική έκδοση. (Που δεν έχει σταθερή αρίθμηση, καθώς η γραμματοσειρά μεγεθύνεται κατά βούληση).

Στο 24 βρίσκετε τη βασική ιδέα του βιβλίου, αυτό που ο συγγραφέας ονομάζει "Αόρατο ρήγμα".

Το βιβλίο περιέχει πλούσια βιβλιογραφία, ελληνική και ξένη.

Η συνολική έκταση της ανάρτησης αντιστοιχεί σε 30-35 σελίδες βιβλίου. Δεν είναι "ευχάριστη" ανάγνωση, αλλά μπορεί να γίνει επιλεκτικά  και λίγη λίγη: τα αποσπάσματα δεν έχουν τόσο στενή συνάφεια μεταξύ τους ώστε να μη γίνονται κατανοητά το καθένα μόνο του. Γι αυτό άλλωστε προτίμησα αυτό τον τρόπο (των αποσπασμάτων), αντί για μια ενιαία περίληψη, που θα ήταν πολύ κουραστική. Οπότε, με δεδομένη τη χρησιμότητα της ανάγνωσης, μπορούμε να πούμε (κι εδώ): enjoy the reading!



Αρίστος Δοξιάδης
Το αόρατο ρήγμα
Θεσμοί κι συμπεριφορές στην ελληνική οικονομία
Ίκαρος, 2013
σελ. 323



1. Ο ανταγωνισμός δουλεύει όταν δεν υπάρχουν εμπόδια στη μεγέθυνση, τουλάχιστον μέχρι κάποιο μέγεθος. Όταν δηλαδή οι πολλές μονάδες μπορούν κάποια στιγμή να γίνουν πολύ λιγότερες, επειδή μερικές εκτόπισαν τις υπόλοιπες. Συνεπώς τόσο τα αναλυτικά μοντέλα όσο και οι προτάσεις πολιτικής  είναι άχρηστα αν δεν λάβουν υπόψη το θεσμικό πλέγμα που επιτρέπει ή αποτρέπει τη μεγέθυνση των επιχειρήσεων.

Εδώ ο συγγραφέας χρησιμοποιώντας τη μέθοδό του, τη λεγόμενη "Νεοθεσμική" και ιδιαίτερα των "Παραλλαγών του Καπιταλισμού"(η οποία λαμβάνει υπόψη όχι τα γενικά θεωρητικά μοντέλα, τεχνοκρατικά ή μαρξιστικά, αλλά τη διαφορετική συγκρότηση και δυναμική των εθνικών οικονομιών στον ανεπτυγμένο κόσμο) επισημαίνει ότι στην Ελλάδα ο βασικός κανόνας "ανταγωνισμός ίσον πτώση τιμών" δεν λειτουργεί, γιατί για να γίνει αυτό η επιχείρηση με τις μικρότερες τιμές πρέπει να υπολογίζει σε περισσότερους πελάτες, δηλαδή σε δυνατότητα μεγέθυνσης. Αλλά στην Ελλάδα υπάρχουν διάφορα εμπόδια, όπως πχ η πολεοδομία που δεν επιτρέπει να χτιστούν μεγάλες αποθήκες, η αποφυγή πρόσληψης υπαλλήλων γιατί αυτή θα δυσκόλευε τη φοροδιαφυγή, η απαγόρευση από τη νομοθεσία μεγάλων καταστημάτων ή "αλυσίδων¨σε ορισμένους κλάδους.

2. Το Δημόσιο δεν είναι Δημόσιο όταν το έχουν αλώσει ιδιωτικά και συντεχνιακά συμφέροντα, και το ιδιωτικό δεν είναι ιδιωτικό όταν ζει από το δημόσιο χρήμα.

Στην Ελλάδα, κυρίως πριν την κρίση αλλά και μετά, η συζήτηση για την οικονομία γίνεται με την ορολογία των γενικών θεωριών, που έχει πολύ μεγαλύτερη (αν και όχι απόλυτη κι εκεί) πρακτική εφαρμογή στις ανεπτυγμένες δυτικές χώρες. (Κλασικές συζητήσεις υπέρ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, της ζήτησης ή της περικοπής δαπανών, το φιλελευθερισμό και τη σοσιαλδημοκρατία κ.ο.κ). Αλλά αυτή η ορολογία δεν ανταποκρίνεται στις ελληνικές ιδιαιτερότητες, εκ των οποίων μια χαρακτηριστική είναι η παραπάνω.

3. Δεν υπάρχει άλλη χώρα στην Ευρώπη και στον ΟΟΣΑ που να έχει τόσο πολλούς αυτοαπασχολούμενους και τόσα μικροαφεντικά όπως η Ελλάδα σε αναλογία με τον πληθυσμό. Στην Ελλάδα το 57% όσων απασχολούνται στη "μη χρηματοοικονομική επιχειρηματική οικονομία" είναι είτε αυτοαπασχολούμενοι είτε σε επιχειρήσεις με λιγότερους από 10 απασχολούμενους. Στο σύνολο της ΕΕ των 27 ο δείκτης είναι 30%.

Η τάξη των αυτοαπασχολούμενων θεωρείται από το συγγραφέα θεμελιακός θεσμός της οικονομικής μας οργάνωσης και αποτελεί αντικείμενο μελέτης σε όλο το βιβλίο, όπου αναπτύσσονται τόσο τα μειονεκτήματα (πχ η φοροδιαφυγή) όσο και τα πλεονεκτήματα και προτάσεις για την αξιοποίησή του. Στο σημείο του εδώ αποσπάσματος

Ι. Εντοπίζονται τα αίτια:

α) Ιστορία: Η Ελλάδα μπήκε στη βιομηχανική εποχή μετά την οθωμανική που στήριζε το μικρό γεωργό, ενώ η Δυτική Ευρώπη μπήκε με τις μεγάλες γαιοκτησίες της φεουδαρχίας.

β) Θεσμοί του σημερινού κράτους, τυπικοί και άτυποι: η οικογένεια αντιστέκεται στην προλεταριοποίηση, οι νόμοι δεν εφαρμόζονται ομοιόμορφα (οι μικρές επιχειρήσεις παρανομούν πιο εύκολα) οι ξένες άμεσες επενδύσεις αποθαρρύνονται .

γ) Νοοτροπία μη συνεργασίας.(Αναπτύσσεται στο 9)

ΙΙ. Εντοπίζονται κάποια σημαντικά αποτελέσματα/συνέπειες, όπως (4, 5, 6,7):

4. Ο θεσμός ορίζει την εξειδίκευση και όχι το αντίστροφο. Δηλαδή: επειδή είμαστε μια κοινωνία μικροεπιχειρηματιών δεν μπορούμε να παράγουμε ηλεκτρονικές συσκευές -και όχι: επειδή δεν παράγουμε συσκευές, είμαστε μικροεπιχειρηματίες. Αυτό δεν έχει γίνει συνείδηση στην τεχνοκρατία που σχεδιάζει κατά καιρούς τις πολιτικές της ανάπτυξης. 

5. Σε οικονομία μικροϊδιοκτητών, οι επενδύσεις των νοικοκυριών διαφέρουν από αυτές στις οικονομίες μεγάλης κλίμακας. Κατευθύνονται σε ακίνητα και σε εκπαίδευση. Στις δυτικές οικονομίες οι αποταμιεύσεις επενδύονται συλλογικά μέσα από ασφαλιστικά ταμεία ή αμοιβαία κεφάλαια, ή από καταθέσεις. Καταλήγουν ως χρηματοδότηση στη βιομηχανία, στην τεχνολογία, σε υποδομές, και γενικά σε μεγάλους οργανισμούς.

Εδώ ο συγγραφέας περιγράφει πώς μέσα από τον τρόπο ζωής ανατροφοδοτείται το σύστημα της μικροϊδιοκτησίας: Μια οικονομία μικρών μονάδων ωθεί τα νοικοκυριά σε άλλες επιλογές από μια οικονομία υπαλλήλων και μεγάλων οργανισμών. Η οικογένεια αναζητά τη σταθερότητα στην πολυέργεια, δηλ. σε πολλαπλές πηγές εισοδήματος. Ο πατέρας πχ έχει ένα πρατήριο βενζίνης, ο γιος σπουδάζει πληροφορική για το κάτι παραπάνω, η κόρη "κάτι σταθερό", δασκάλα ή υπάλληλος για να έχει χρόνο να φροντίζει γέρους γονείς και την επόμενη γενιά. Γι αυτό η ελληνική οικογένεια επενδύει σε εκπαίδευση και ακίνητα, και όχι κατά προτεραιότητα σε μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια και γενικά τίτλους που να χρηματοδοτούν τη μεγάλη παραγωγή.

6. Το ανθρώπινο κεφάλαιο έχει άλλη μορφή στη μικροϊδιοκτησία. Στις δυτικές οικονομίες μπορεί να αναπτυχθεί μέσα από καριέρα, χτίζοντας σχέση με μια μεγάλη επιχείρηση ή οργανισμό. Στη μικρή ιδιοκτησία η αξία του ανθρώπου επενδύεται στα ατομικά του στοιχεία. (Δικηγόρος, μηχανικός, γιατρός). 

Η διαφορά αυτή με τις οικονομίες μεγάλης κλίμακας αναπτύσσεται και σε άλλα σημεία του βιβλίου, που συγκρίνουν τη δυναμική των επαγγελμάτων. Ένα χαρακτηριστικό είναι το εξής: Στην Ελλάδα έχουμε ένα συγκεκριμένο επάγγελμα (επένδυση στα "ατομικά στοιχεία") που μπορεί να κάνει πολλά διαφορετικά πράγματα όσον αφορά τη θέση του στην παραγωγή: ένας μηχανικός πχ μπορεί να γίνει έμπορος, εργολάβος, κατασκευαστής, μελετητής, στέλεχος. Στις οικονομίες μεγάλης κλίμακας έχουμε το αντίστροφο: πολλά διαφορετικά επαγγέλματα που μπορούν να αξιοποιηθούν με τον ίδιο τρόπο (την ίδια θέση στην παραγωγή):  ως στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων, δηλ, να κάνουν καριέρα. Ο συγγραφέας υποστηρίζει επίσης, σε άλλο κεφάλαιο, ότι ανάλογες ελληνικές εμπειρίες ποικίλων επαγγελμάτων αλλά ίδιας σχέσης παραγωγής (πχ εμπειρία  του πώς διαχειρίζεσαι μια μικροεπιχείρηση με έσοδα-έξοδα) μπορούν να αξιοποιηθούν και στη δική μας μικρή κλίμακα, αν έχουμε στο μέλλον ευελιξία και απελευθέρωση του επιχειρείν. Πχ μια φιλόλογος φροντιστηρίου μπορεί να έχει γνώσεις διαχείρισης που δεν έχει κανένας προνομιούχος υπάλληλος του δημοσίου.

7. Δεν υπάρχουν πολλές περιπτώσεις στον κόσμο όπου οι τοπικές οικονομίες μικροεπιχειρήσεων είναι διεθνώς ανταγωνιστικές - τα λίγα επιτυχημένα παραδείγματα βρίσκονται στη βόρεια Ιταλία.

Η ανάπτυξη της ιδέας αυτής υποστηρίζει ότι αυτό (το να γίνουν οι μικροεπιχειρήσεις διεθνώς ανταγωνιστικές) είναι μεν δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο, και προτείνει τρόπους. Τα μειονεκτήματα είναι το κόστος, ο συντονισμός και η συνέχεια (καινοτομία, αναβάθμιση, διαδοχή γενεών). Ο συγγραφέας ωστόσο δεν αποκλείει την πιθανότητα ανταγωνιστικής οικονομίας χτισμένης πάνω στη μικρή κλίμακα, αν το θεσμικό περιβάλλον αλλάξει.

8. Ο όρος πολιτική πρόσοδος δηλώνει τους διάφορους μηχανισμούς με τους οποίους επιχειρήσεις, συντεχνίες και άτομα καρπώνονται εισοδήματα από το κράτος που δεν αντιστοιχούν σε πραγματική προσφορά υπηρεσίας ή προϊόντος. Ο όρος περιλαμβάνει την αργομισθία, τη συνταξιοδότηση με προνομιακούς όρους, τις επιχορηγήσεις χωρίς αναπτυξιακό αποτέλεσμα, τις υπερκοστολογημένες προμήθειες και τα έργα και τις μίζες των δημοσίων υπαλλήλων. Περιλαμβάνει επίσης τις ρυθμίσεις που επιτρέπουν σε συντεχνίες να υπερτιμολογούν στην αγορά (κλειστά επαγγέλματα, ρυθμιζόμενες αμοιβές, απαγορεύσεις), και, κάτι λιγότερο φανερό, τα οφέλη από την παρανομία όταν οι ανταγωνιστές σου είναι σύννομοι.

Το ελληνικό κράτος έχει αυτό το χαρακτηριστικό ήδη από την ίδρυσή του: να μοιράζει χρήμα από διεθνείς εισροές, δάνεια, σχέδια βοήθειας, τα ευρωπαϊκά ταμεία. Αλλά υπάρχει και μη πολιτική πρόσοδος, στον ιδιωτικό τομέα. (Πρόσοδος=χρήμα που δεν αντιστοιχεί σε πραγματική προσφορά υπηρεσίας). Ένα παράδειγμα είναι τα έσοδα από τον τουρίστα που επισκέπτεται απλώς τον τ ό π ο, το τοπίο (Που είναι κάτι έτοιμο στη φύση, δεν έκανε ο ντόπιος κανένα κόπο να το παραγάγει ). Άλλο είναι τα εμβάσματα από εργασία στο εξωτερικό (Που παράγουν μεν πλούτο εκτός συνόρων, αλλά για την εδώ κοινωνία είναι απλώς πρόσοδος).
Οι πρόσοδοι στην Ελλάδα είναι δημοκρατικές, έχουν δηλ. ευρεία διασπορά. Όλοι σχεδόν οι Έλληνες θεωρούν φυσικό να έχουν κάποια εισοδήματα χωρίς να ρισκάρουν κεφάλαια. Αλλά η πρόσοδος δεν μεγεθύνει την πίτα, απλώς τη μοιράζει. Σ αυτό ο λαϊκισμός διαφέρει ριζικά από μια σοσιαλιστική στρατηγική, που θα άρχιζε από τον τρόπο παραγωγής πριν φτάσει στη διανομή. Αλλά η προσοδοθηρία στρεβλώνει επίσης και την επιχειρηματικότητα: καλός επιχειρηματίας είναι αυτός που καλλιεργεί σχέσεις με το δημόσιο. (Καλός μηχανικός είναι αυτός που ξεχειλώνει το έργο για να κοστίσει περισσότερο κλπ)

9. Οι ανεπτυγμένες δυτικές οικονομίες δεν στηρίχτηκαν μόνο στην ελεύθερη αγορά και στα ατομικά κίνητρα. Στηρίχτηκαν σε ιεραρχικούς οργανισμούς (κάθετους κανόνες) και σε στρατηγικές συνεργασίας (οριζόντιους κανόνες). Ο επιτυχημένος και ιδεολογικά ηγεμονικός καπιταλισμός είναι ελεύθερη αγορά ενσωματωμένη σε κοινωνία κανόνων και ευθύνης. Αλλιώς είναι ή ζούγκλα ή μικρομάγαζα. Εμείς δεν έχουμε αποδεχτεί ούτε τους κάθετους κανόνες ούτε τους οριζόντιους - ούτε πειθαρχούντες ούτε πειθαρχημένοι. Αν έχουμε αποφύγει τη ζούγκλα είναι γιατί έχουμε κρατήσει τα μικρομάγαζα.

Στη θεωρία παιγνίων η έννοια του καιροσκόπου (opportunist) είναι αντίθετη με την έννοια του συνεργάσιμου (cooperator). Ο Έλληνας είναι πολύ περισσότερο καιροσκόπος (παραβαίνει τους κανόνες για ένα πρόσκαιρο κέρδος, μια αρπαχτή) παρά συνεργάσιμος. Η συστηματική έρευνα και θεωρία για την πολιτισμική διαφορά στην έφεση για συνεργασία διεθνώς τώρα ξεκινάει. Διάφορες προσεγγίσεις μπορούμε να πούμε ότι συγκλίνουν αρκετά στην παραπάνω παράγραφο (9). Ο καιροσκοπισμός εξηγεί ως ένα βαθμό γιατί στην Ελλάδα αποτυγχάνουν οι συνεταιρισμοί (που έχουν ένα συλλογικό αγαθό, για το οποίο το άτομο δεν νοιάζεται) αλλά πετυχαίνουν οι συντεχνίες. (Που δεν έχουν συλλογικό αγαθό, αλλά μόνο συλλογική διεκδίκηση, για προνόμια κοινά μεν, αλλά που τα μέλη θα τα καρπωθούν ατομικά).
Ωστόσο στην εποχή μας παρατηρείται αστάθεια σε όλο αυτό το φαινόμενο -στη μεν ανεπτυγμένη δύση ο καιροσκοπισμός κερδίζει έδαφος για διάφορους λόγους, ενώ σε κοινωνίες σαν την Ελλάδα, η σύγχρονη τεχνολογία (διαδίκτυο με τη διαφάνειά του) μπορεί να ενισχύσει τη συνεργατικότητα.

10. Ποσοστό φτώχειας στους ηλικιωμένους στην Ελλάδα (Μέσα δεκαετίας 2000): 23%.
Το δεύτερο χειρότερο στην Ευρώπη μετά την Ιρλανδία (31%)...
Δημόσια δαπάνη για συντάξεις ως ποσοστό του ΑΕΠ (2007): 11.7%
Τέταρτο ψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη των 27 (Μετά από Ιταλία, Γαλλία και Αυστρία).
(Στην Ελλάδα έχουμε υψηλό ποσοστό συντάξεων στο ΑΕΠ μαζί με υψηλή φτώχεια στους ηλικιωμένους, που αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία.)

Είναι απόσπασμα από ένα κεφάλαιο με τίτλο "Επιδόσεις και συγκρίσεις", που αποτελείται ολόκληρο από αριθμούς και στατιστικές. Πολλές καταδεικνύουν ελληνικές ανακολουθίες παρόμοιου  τύπου, ανάμεσα στη δαπάνη και το αποτέλεσμα.

11. Στην Ελλάδα ούτε πρωταρχική συσσώρευση είχε προϋπάρξει, ώστε να αναπτυχθούν μεγάλες επιχειρήσεις του τύπου της βιομηχανικής επανάστασης, ούτε υπάρχουν οι συνθήκες ανταγωνισμού του σύγχρονου καπιταλισμού. Υπάρχουν όμως οι συνθήκες για έναν τρίτο μηχανισμό συγκέντρωσης του κεφαλαίου, κι αυτός είναι η εξουσία του κράτους.

Εδώ ο συγγραφέας παρουσιάζει τον τρόπο με τον οποίο δημιουργήθηκαν οι μεγάλες επιχειρήσεις (το "μεγάλο κεφάλαιο") στην Ελλάδα: ούτε ιστορικά (πρωταρχική συσσώρευση όπως στη φεουδαρχική δύση) ούτε με τον ανταγωνισμό όπως γίνεται σήμερα παγκοσμίως, (βλέπε και 1) αλλά με το κράτος ως πελάτη. Το ελληνικό κράτος δεν έδρασε κραυγαλέα υπέρ μιας κοινωνικής τάξης (όπως πχ έγινε σε περιοχές της Νότιας Αμερικής), ούτε εκχώρησε μεγάλους  πλουτοπαραγωγικούς πόρους (που δεν είχαμε κιόλας) σε ολιγάρχες όπως η Ρωσία του Γιέλτσιν, αλλά έκανε κάτι άλλο: ενίσχυσε τις μεγάλες επιχειρήσεις με την αγοραστική του δύναμη. Οι κρατικές δαπάνες και οι δαπάνες των ΔΕΚΟ είναι στην Ελλάδα για μια επιχείρηση ο πιο εύκολος τρόπος να πετύχει τζίρους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρό. Επίσης άλλος τρόπος που ισχύει στην Ελλάδα (κι έχει πάλι σχέση με το κράτος) είναι υπηρεσίες προς το γενικό πληθυσμό από τη φύση τους ολιγοπωλιακές, μη ανταγωνιστικές διεθνώς (έχουν εξασφαλίσει τους εγχώριους πελάτες), που χρειάζονται μεγάλους δημόσιους χώρους, άδειες κλπ. Τέτοιες είναι οι Τράπεζες και οι εταιρίες τηλεφωνίας.
Δηλαδή σχεδόν όλες οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα είτε είναι προμηθευτές του Δημοσίου είτε πάροχοι βασικών υπηρεσιών σε κλάδους που δεν είναι διεθνώς εμπορεύσιμοι. Αυτές οι επιχειρήσεις δεν είναι ατμομηχανές για μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίου. Επίσης έτσι εξηγείται και γιατί οι πιο ισχυροί εργοδότες στην Ελλάδα (και μαζί τα ΜΜΕ, που ελέγχονται από αυτούς) δεν έβαλαν ποτέ ψηλά στην ατζέντα τη μείωση των δημοσίων δαπανών: από αυτές προέρχονται τα έσοδά τους.
 Γενικά ο ελληνικός καπιταλισμός χαρακτηρίζεται από τη συμβίωση των μεγάλων προμηθευτών του δημοσίου και του μικροκαπιταλισμού. Και οι δύο αυτοί τρόποι παραγωγής απειλούνται  από τον καπιταλισμό της συσσώρευσης παραγωγικών πόρων και της καινοτομίας. Γι αυτό, και παρ όλες τις αντιθέσεις τους, είχαν οικοδομήσει επί δεκαετίες μια συμμαχία που δεσπόζει στο πολιτικό σύστημα της χώρας, και μια σιωπηρή συναίνεση για το τι επιτρέπεται και τι διώκεται σε αυτή τη χώρα. Η συμμαχία αυτή όριζε την ελληνική εκδοχή του καπιταλισμού, αυτή που έφτασε σε αδιέξοδο το 2009.

12. Στον 20ο αιώνα οι Έλληνες έπαψαν να είναι ισχυροί στο διεθνές εμπόριο και στις τράπεζες, εν μέρει εξαιτίας των γεωπολιτικών αλλαγών. Αλλά διατήρησαν την παρουσία τους στη ναυτιλία. Πρόκειται για έναν κλάδο πολύ ανταγωνιστικό, όπου δεν ισχύουν προστατευτικές νομοθεσίες, δεν προσφέρεται για ολιγοπωλιακή πρόσοδο και είναι εντάσεως κεφαλαίου. Το γεγονός ότι οι Έλληνες διατηρούν ηγετική θέση δείχνει κάτι σχετικά με τα πλεονεκτήματα του καιροσκοπισμού (με την παιγνιοθεωρητική έννοια) στις κατάλληλες συνθήκες.

Ο συγγραφέας δείχνει πώς τα χαρακτηριστικά της ελληνικής οικονομίας, που σε άλλους τομείς είναι μειονέκτημα, στη ναυτιλία υπήρξαν πλεονέκτημα: είναι μικρές ομάδες με ρηχές ιεραρχίες, δεν μπορεί εύκολα κάποιος να τεμπελιάζει σε βάρος της ομάδας, υπάρχουν -παλιότερα περισσότερο- μεγάλες δυνατότητες πρωτοβουλίας από τους καπετάνιους σε δύσκολες συνθήκες, άρα υπάρχει αξιοκρατία-, υπάρχει πρωτοβουλία για τις επενδύσεις με ρίσκο ("καιροσκοπισμός") από λίγα πρόσωπα και, πολύ σημαντικό, μένουν στον έλεγχο της οικογένειας: οι ελληνικές εφοπλιστικές οικογένειες κρατούν τα κέρδη των καλών εποχών σε ρευστά διαθέσιμα, για να τα επενδύσουν, όταν έρθει η ανάκαμψη, σε νέα πλοία. Ενώ αντίθετα μεγάλες ξένες ναυτιλιακές εταιρίες (πχ οι γερμανικές),με πολλούς μετόχους χωρίς δεσμό μεταξύ τους, είναι υποχρεωμένες, όταν πχ πουλήσουν ένα πλοίο να αποδίδουν τα κεφάλαια στους μετόχους.

Τέλος και σπουδαιότερο, η ποντοπόρος ναυτιλία έχει μικρή σύνδεση με τα κράτη. Ο κλάδος σηκώνει άγκυρα και σαλπάρει όποτε θέλει, και δεν μπορεί να εξαναγκαστεί από ένα μικρό κράτος να πληρώσει σημαντικούς φόρους ή μίζες ή να προσφέρει άλλα ανταλλάγματα στην εξουσία για να του επιτρέπουν να λειτουργεί. Το κράτος και η ναυτιλία έχουν προτιμήσει να συνυπάρχουν χαλαρά χωρίς πολλές τριβές. Έτσι έχουν περιοριστεί τα οφέλη που θα είχε η υπόλοιπη οικονομία από τον κλάδο. Μια τόσο μεγάλη βιομηχανία θα μπορούσε να δημιουργεί πολλές θέσεις εργασίας, αγοράζοντας υπηρεσίες και προϊόντα από την Ελλάδα για το έργο της: δικηγόρους, εξοπλισμό, εκπαίδευση, ναυπηγήσεις.  Από αυτά πολύ λίγα πραγματοποιούνται στην Ελλάδα. Η ποντοπόρος ναυτιλία κάνει τις παραγωγικές της επενδύσεις έξω από τη χώρα (στα ναυπηγεία της Άπω Ανατολής) και ο,τι μένει εδώ είναι περισσότερο για κατανάλωση. Το κύριο όφελος είναι η εισροή εισοδήματος, που διοχετεύεται στην αγορά ως καταναλωτική ζήτηση ή αγορά ακινήτων. Παρόλο το μικρό αριθμό απασχολούμενων, οι χρηματικές εισροές είναι πολύ σημαντικές και έχουν μακροχρόνια επίδραση στην οικονομία.

13. Όλο το πλέγμα των νόμων που ρυθμίζουν τη λειτουργία των επιχειρήσεων έχει γραφτεί χωρίς να ενδιαφέρει τον νομοθέτη αν μπορεί να εφαρμοστεί, σε ποιες επιχειρήσεις και τι επιδράσεις θα έχει αν δεν εφαρμοστεί από όλους.

Ακολουθούν 4 (πραγματικά) παραδείγματα:
Α. Επιχειρηματίας - παραγωγός σταφυλιών (πολύ ποιοτικός) που πληρώνει με συνέπεια το ΙΚΑ για τις εργάτριες επιλογής-συσκευασίας (που δεν υπάγονται στον ΟΓΑ, αλλά στο ακριβό ΙΚΑ), και ανταγωνιστής του (λιγότερο ποιοτικός) που υποδέχεται το ΙΚΑ της περιοχής του (άλλη περιοχή) "με το πιστόλι στο τραπέζι".
Β. Βιομηχανία που για να προλάβει τις παραγγελίες του εξωτερικού λειτουργούσε (παράνομα) τις Κυριακές. (Με τους εργαζόμενους να παίρνουν κανονικά τα ρεπό). Η μία κυβέρνηση έκανε τα στραβά μάτια, η επόμενη εφάρμοζε το νόμο και οι παραγγελίες χάνονταν, ενώ αυξάνονταν τα πρόστιμα.
Η γνώμη του συγγραφέα είναι ότι καμιά από τις δύο πρακτικές δεν είναι καλύτερη. Το καλύτερο θα ήταν να επιτρέπεται υπό προϋποθέσεις η λειτουργία τις Κυριακές. Όπως λέει χαρακτηριστικά, "το επενδυμένο κεφάλαιο αξιοποιείται πολύ λιγότερο, σε μια χώρα που έχει ήδη στενότητα κεφαλαίων".
Γ. Οι μικρές επιχειρήσεις πληροφορικής προτιμούν (δηλαδή οι ίδιοι οι εργαζόμενοι προτιμούν) να δουλεύουν από το μεσημέρι ως αργά το βράδυ, τις ώρες που θέλει ο καθένας (αρκεί να έχουν κάποιες κοινές), και όχι 8-5. Αυτό ταιριάζει στην ψυχολογία και τις συνήθειες δημιουργικών ανθρώπων και οι εργοδότες συμφωνούν. Αλλά η επιθεώρηση εργασίας διαφωνεί: αν η εταιρία δουλεύει τις 7 το απόγευμα τρώει πρόστιμο.
Δ. (Διαφορετική περίπτωση): επιχείρηση εξαγωγική τροφίμων δεν εφάρμοσε καμιά από τις νομοθετικές ρυθμίσεις για μείωση μισθών που ψηφίστηκαν πρόσφατα: η επιχείρηση πήγαινε καλά και ο εργοδότης ήθελε οι εργαζόμενοι να είναι ευχαριστημένοι.
Και τα 4 παραδείγματα αφορούν εξαγωγικές επιχειρήσεις.

Η μερική συμμόρφωση σε ένα νόμο, για την οικονομία ειδικά μπορεί να είναι χειρότερη από τη μηδενική, γιατί δημιουργεί αθέμιτο ανταγωνισμό και αλληλεπίδραση.

14. Από την ελληνική διαδικασία σχηματισμού της μεσαίας τάξης λείπουν οι εταιρίες που απασχολούν στελέχη σε ιεραρχίες που όλο και βαθαίνουν, απαιτούν νέες δεξιότητες, γίνονται πιο παραγωγικές και δίνουν καλύτερες αμοιβές. Σε όλο τον ανεπτυγμένο καπιταλισμό αυτά τα στελέχη ήταν η κατεξοχήν μεσαία τάξη... Εξαρτημένη εργασία, ανέλιξη σε αρμοδιότητες και αποδοχές, ωράριο, συμμόρφωση σε εταιρικούς θεσμούς....
Αντίθετα στην Ελλάδα το πρότυπο της μεσαίας τάξης ήταν ο δικηγόρος: ανεξάρτητος, σε ένα δικό του μικρό γραφείο, κυνηγά μόνος τον πελάτη...δεν δίνει λογαριασμό σε κανέναν.
Οι δύο αυτοί τύποι μεσοαστού λειτουργούν πολύ διαφορετικά μέσα στην οικονομία, κι επειδή η τάξη τους είναι τόσο κρίσιμη για τη λειτουργία του κράτους, για την επικρατούσα ιδεολογία και για το παραγωγικό μοντέλο, ωθούν και την κοινωνία σε διαφορετική τροχιά ανάπτυξης.

Κατά το συγγραφέα το στέλεχος έχει μεγαλύτερη δυνατότητα ευελιξίας (μπορεί να αλλάξει η εταιρία, να επεκταθεί ή και να κλείσει, κι αυτός να κάνει την ίδια δουλειά ή παρόμοια σε μια άλλη εταιρία). Ο δικηγόρος όμως είναι μόνο ο εαυτός του, η ταυτότητά του. Είναι ο ί δ ι ο ς, ως άτομο, το ¨προϊόν". Η έλλειψη μεγάλων εταιριών δημιούργησε στην Ελλάδα μια τέτοια μεσαία τάξη, με άτομα- προϊόντα, που έπρεπε να προστατευθούν, και με κοινωνικό στάτους, που επίσης έπρεπε να προστατευθεί γιατί η μεσαία τάξη είναι ο κορμός κάθε συστήματος.
Η ίδια τάξη (των ελεύθερων επαγγελματιών, δικηγόροι κλπ) υπάρχει και στα ανεπτυγμένα κράτη και είναι κι εκεί συχνά προστατευμένη, αλλά με τη βασική διαφορά ότι εκεί περιορίζεται αριθμητικά. Εδώ γίνεται όλο και πιο πολυάριθμη (τα παιδιά πηγαίνουν στα πανεπιστήμια για να γίνουν δικηγόροι) και οι τιμές για τις υπηρεσίες τους αντί να μειωθούν (βάσει της θεωρίας της "προσφοράς") ανεβαίνουν, γιατί η "πίτα" των πελατών μοιράζεται και ο καθένας πρέπει να διατηρήσει το στάτους του με λιγότερους πελάτες. Έτσι δημιουργήθηκαν τεχνητές ανάγκες (υπερκέρδος φαρμακείων, άχρηστες υπηρεσίες δικηγόρων κ.λπ).
Κάτι άλλο που εντοπίζεται είναι η αστάθεια και η τάση για καταστροφή της δυτικής μεσαίας τάξης τα τελευταία χρόνια, ταυτόχρονα με την ανάδυση μιας ισχυρής μεσαίας τάξης σε νέες οικονομίες (Ινδία, Κίνα). Η ασταθής χρηματοπιστωτική αγορά είναι ίσως ένας λόγος,  αλλά ο κυριότερος κατά τον συγγραφέα είναι η τεχνολογία. (Που αχρηστεύει θέσεις). Η μόνη αντιμετώπιση είναι η υιοθέτηση της νέας τεχνογνωσίας. Το συμφέρον της μεσαίας τάξης είναι να βρίσκεται πάντα σε περιβάλλον όπου η μόρφωση και οι υψηλές δεξιότητες είναι διαρκώς περιζήτητα. Στην Ελλάδα όμως έχουμε πανεπιστημιακούς που απαγορεύουν να δημιουργηθεί τεχνογνωσία για επιχειρήσεις στα πανεπιστήμια.

15. Αξιοποιώντας την ευκαιρία που έδωσε η φύση, μια γενιά αγροτών, με επιμονή, επιμέλεια και μέθοδο, και χωρίς πλασματικές τιμές και επιδοτήσεις, βελτίωσε την τεχνογνωσία του σταφυλιού, έμαθε να τηρεί προδιαγραφές και να εξάγει, και με τον τρόπο αυτό έφτιαξε τα σπίτια της και σπούδασε τα παιδιά της.  Χάρη στο μικρό κλήρο, οι ευθύνες για την ανάπτυξη μοιράστηκαν σε πολλές οικογένειες, το ίδιο και τα οφέλη. Μέχρι εκεί λοιπόν ήταν μια ιστορία επιτυχίας.
Όπως κάθε επιτυχημένη ανταγωνιστική δραστηριότητα, έφτασε σ' ένα όριο, και για να συνεχίσει μ' επιτυχία πρέπει ν' αλλάξει σε μερικά πράγματα. Ο ρόλος της δημόσιας πολιτικής σ' αυτές τις περιπτώσεις είναι, πρώτο, να μη φέρει εμπόδια στις αλλαγές και, δεύτερο, να βελτιώσει τις υποδομές που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα του κλάδου.

Είναι ο επίλογος ενός κεφαλαίου που αναπτύσσει την ιστορία και το παράδειγμα της (οικογενειακής κλίμακας) παραγωγής, τεχνογνωσίας, συσκευασίας και εξαγωγής του μοναδικής ποιότητας σταφυλιού Tomson στην Κορινθία. Όπως και άλλα κεφάλαια (π.χ. για τη ναυτιλία ή τον τουρισμό), στέκεται ως αυτοτελές δοκίμιο-μονογραφία, αλλά εντάσσεται και στο όλο θέμα του βιβλίου.

16. Ένα μεγάλο ζητούμενο είναι η επιμήκυνση της τουριστικής σεζόν, για να μη μένουν άδεια τα ξενοδοχεία. Μια φθινοπωρινή εμπειρία στην Ελλάδα, για να είναι ελκυστική, πρέπει να περικλείει αναλογικά πολύ περισσότερες υπηρεσίες και παραγόμενα προϊόντα από ό,τι μια καλοκαιρινή. Αν αυτές δεν μπορούν να προσφερθούν μέσα στο κλειστό περιβάλλον ενός ξενοδοχείου, τότε θα πρέπει να συνεργαστούν ανεξάρτητοι ξεναγοί, εκπαιδευτές, καλλιτέχνες, βιοτέχνες, εστιάτορες και άλλοι επαγγελματίες για να παράσχουν την ίδια εβδομάδα ένα σύνολο δραστηριοτήτων που θα είναι το νέο "κοινό αγαθό" της περιοχής... Στο νέο μοντέλο δεν υπάρχει κάποια εξωγενής "παραλία". Θα πρέπει να δημιουργηθεί από την αρχή ένα πλέγμα εμπειριών, με πρόγραμμα και συνεργασία. Το πρόγραμμα και η συνεργασία λείπουν όμως από το ελληνικό θεσμικό οπλοστάσιο.

Το κεφάλαιο για τον τουρισμό εξηγεί ότι ο παραδοσιακός ελληνικός τουρισμός στηρίχτηκε σε ένα έτοιμο από τη φύση (ή την ιστορία) προϊόν. ('Παραλία", "Ακρόπολη"). Ήταν κατά κάποιο τρόπο μια ¨πρόσοδος". (βλέπε και 8). Αφού αναλύει τις διάφορες περιπτώσεις και προβλήματα από τη χρήση του "κοινού αγρού" (του τοπίου) από μεγάλες ή μικρές επιχειρήσεις, με τη βοήθεια ή μη του δήμου ή του κράτους, έρχεται στο μέλλον: ο τουρισμός που θέλουμε να αναπτύξουμε από εδώ και εμπρός, αν δεν είναι το λεγόμενο all inclusive (που στην Ελλάδα δεν μπορεί να αναπτυχθεί πολύ για πολλούς λόγους), θα πρέπει να φτιάξει, με τη συνεργασία πολλών μικροεπιχειρηματιών, το "προϊόν". Δεν έχει έτοιμη "παραλία". Είναι δηλαδή ένα είδος "παραγωγής", και όχι απλώς ο τουρισμός ως πρόσοδος, όπως τον έχουμε συνηθίσει επί δεκαετίες.

17. Το Σύνταγμα ορίζει: "Οι γεωργικοί και αστικοί συνεταιρισμοί κάθε είδους αυτοδιοικούνται σύμφωνα με τους όρους του νόμου και του καταστατικού τους και εποπτεύονται από το κράτος, που είναι υποχρεωμένο να μεριμνά για την ανάπτυξή τους" (Άρθρο 12, 4). Ενώ δεν ορίζει, λόγου χάρη, ότι "εποπτεύονται από το κράτος" οι ιδιωτικές επιχειρήσεις ή τα μη κερδοσκοπικά σωματεία, ούτε ότι "μεριμνά για την ανάπτυξή τους". Είναι η μόνη μορφή συνεργασίας ιδιωτών που έχει αυτή τη συνταγματική μεταχείριση.

Ο συνεταιρισμός στην Ελλάδα ήταν μια παροχή του κράτους, που τα μέλη φρόντιζαν να την απομυζούν όσο μπορούν, όχι μια ομαδική περιουσία. Σ' αυτό προσθέτουμε την παραδοσιακή έλλειψη συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης. Γενικά η αποτυχία των συνεταιρισμών είναι ο συνδυασμός πολιτισμικής δυσπιστίας και παρεμβατικού κράτους.

18. Για τις συντάξεις και τα επιδόματα, η κύρια αντίσταση σε ένα δικαιότερο σύστημα ήταν από τις ισχυρές επαγγελματικές συντεχνίες, δηλαδή από μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης. Άρα, σε πρώτη ανάγνωση, υπήρχε ζήτημα πολιτικού κόστους για τις κυβερνήσεις, και γι αυτό δεν προχωρούσαν σε αλλαγές. 
Αλλά η εκλογική αριθμητική θα μπορούσε να είναι υπέρ μιας μεταρρύθμισης αν οι πολλοί ασφαλισμένοι του ΙΚΑ, και οι αδύναμοι ανασφάλιστοι, καταλάβαιναν την αδικία και τη σπατάλη που επικρατούσε εις βάρος τους. Ο λόγος που δεν το έβλεπαν σχετιζόταν και αυτό με τα εργαλεία της διοίκησης, ή μάλλον με την ανεπάρκειά τους. Πουθενά δεν υπήρχαν συστηματικά στοιχεία που να επιτρέπουν εύκολες συγκρίσεις. Διαφορετικοί πόροι, δήθεν αυτοχρηματοδότηση των ευγενών ταμείων με κρυφά χαράτσια, εξαιρέσεις, πλασματικά χρόνια, χωριστές συμβάσεις με γιατρούς και κλινικές, και καμιά δημόσια λογοδοσία.

Είναι ένα μικρό απόσπασμα από ένα μεγάλο κεφάλαιο του οποίου το θέμα δεν είναι οι συντάξεις αλλά η κρατική διοίκηση - η φαυλότητα και η ανεπάρκειά της, Ο συγγραφέας δεν θεωρεί τις ελλείψεις της απλώς τεχνικές (παρόλο που επισημαίνει τρία πεδία κακής τεχνικής, την πληροφορία, τις μετρήσεις και τα όρια δαπανών), αλλά τις θεωρεί κοινωνικές πρακτικές εκμετάλλευσης. Το σύστημα της διοίκησης έχει, κατά την άποψή του, τα χαρακτηριστικά ενός "τρόπου παραγωγής" με τη μαρξιστική έννοια. Τρέφεται από τον ευρύτερο τρόπο παραγωγής, τον καπιταλισμό, και αποσπά από αυτόν πολύ περισσότερα από όσα προσφέρει, δηλαδή παρασιτεί πάνω σε αυτόν.
Εκτός από τους πόρους που απομυζά η κακή διοίκηση κάνει και άλλη μεγάλη ζημιά: καταργεί την οποιαδήποτε δυνατότητα για πολιτική ρύθμιση πάνω στην ιδιωτική πρωτοβουλία και αφήνει να επικρατήσουν οι πιο άναρχες και αναποτελεσματικές εκφάνσεις της. Η δημόσια διοίκηση, έτσι όπως είναι, είναι ο καλύτερος σύμμαχος του επιχειρηματία της αρπαχτής.
Η ελπίδα για αλλαγή έρχεται από την Τεχνολογία της Πληροφορίας. (Που απειλεί αυτό τον τρόπο διοίκησης). Όμως οι τεχνολογικές επαναστάσεις χρειάζονται πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που να τις προωθούν.

19. Η δυνατότητα της εφορίας, σε όλες τις χώρες, να φορολογήσει εισοδήματα διαφέρει ανάλογα με την πηγή του εισοδήματος. Τα πιο δύσκολα να φορολογηθούν είναι των αυτοαπασχολούμενων, και, για διαφορετικούς λόγους, των επιχειρήσεων με πολλές διεθνείς συναλλαγές. Τα πιο εύκολα είναι των μισθωτών σε μεγάλες εταιρίες με σταθερή παραγωγική βάση και μεγάλη προστιθέμενη αξία σε μια χώρα.

Η διαφορά στο μέσο όρο του φόρου που εισπράττεται στην Ελλάδα από το μέσο όρο της Ευρώπης, δηλ. η μεγάλη φοροδιαφυγή, κατά το συγγραφέα μπορεί να εξηγείται απλώς από το μεγάλο ποσοστό αυτοαπασχολούμενων. (Οι οποίοι διαφεύγουν σε σημαντικό ποσοστό παντού, ακόμα και στις ΗΠΑ, με το πολύ καλό φορολογικό σύστημα). Σ' αυτούς προσθέτουμε και τη ναυτιλία, με εισοδήματα που νόμιμα απαλλάσσονται από το φόρο.
Άσχετα από το παραπάνω, για να πληρώνονται οι φόροι, μια επιχείρηση θα πρέπει να έχει δεσμούς με τη χώρα και να μη θέλει να φύγει. Σε αντίθεση με τη γνωστή θεωρία, το κεφάλαιο έχει (ή πρέπει να έχει) "πατρίδα". Αυτό που μας λείπει είναι επιχειρήσεις που θα επιλέξουν να πληρώσουν τους φόρους τους αντί να κλείσουν ή να φύγουν. Οι ευρωπαϊκές χώρες δεν έχουν μόνο καλούς μηχανισμούς ελέγχου, έχουν πολύ μεγαλύτερες και παραγωγικότερες επιχειρήσεις με βαθιές ρίζες στη χώρα τους. Τις κρατούν οι σταθεροί δεσμοί, εργασιακή ειρήνη, εξειδικευμένοι εργαζόμενοι, συνέργειες με την τοπική οικονομία. Η λογική λέει πρώτα παραγωγή και μετά φόροι. Ιστορικά, το σοσιαλδημοκρατικό κοινωνικό κράτος συνυπάρχει με μεγάλες, οργανωμένες, εξαγωγικές επιχειρήσεις, με βαθιά τεχνογνωσία και ένταση κεφαλαίου.

Τα τελευταία χρόνια ωστόσο παρατηρείται και με αυτές μια τάση φυγής προς άλλες χώρες για ευνοϊκότερη φορολογία και γι αυτό έχει αναπτυχθεί ένα κίνημα, το κίνημα για φορολογική δικαιοσύνη (Κατά το οποίο το εισόδημα πρέπει να φορολογείται εκεί όπου παράγεται η πραγματική αξία των συναλλαγών), το οποίο όμως αν πετύχει ελάχιστα θα αφορά την Ελλάδα.

20. Οι κοινωνίες πάντα στηρίζονται σε μια ευρεία συναίνεση των ελίτ, δηλαδή σε ορισμένες σταθερές που τις αποδέχονται χωρίς συζήτηση όλοι όσοι έχουν δημόσιο λόγο και δράση - αλλιώς καταρρέουν.

Η βασική διαφορά στο παραπάνω για την Ελλάδα είναι ότι, ενώ κι εδώ το πολιτικό προσωπικό συναινούσε σε πολλά πράγματα, η σιωπηρή, πραγματική συναίνεση ήταν σε διάσταση από την επίσημη νομοθεσία και τις διακηρυγμένες αξίες των πολιτικών κομμάτων. Π.χ. υπήρχε (σιωπηρή) συναίνεση για ευγενή ταμεία, με διαφορετικούς όρους συνταξιοδότησης, για τις υπερσυνταγογραφήσεις, το φακελάκι, κλπ.  Η  συναίνεση αυτή ήταν ευρύτατη, από την ακροδεξιά ως το ΚΚΕ, διαχρονική και πέρα από διακηρυγμένες ιδεολογίες.

21. Σ' ένα γνωστό βιβλίο με υπότιτλο "Γιατί ο καπιταλισμός θριαμβεύει στη δύση και αποτυχαίνει παντού αλλού", ο Hernando De Soto θεωρεί συστατικό της επιτυχίας της Δύσης τους νόμους, που αναπτύχθηκαν με βάση το κοινωνικό συμβόλαιο που προϋπήρχε στις κοινότητες.... Στον τρίτο Κόσμο, τα νομικά συστήματα... έρχονται εισαγόμενα από τη δύση, από τις δυτικότροπες ελίτ που δεν γνωρίζουν ή δεν αναγνωρίζουν τι ισχύει στη βάση της κοινωνίας και θέλουν να επιβάλουν νόρμες από τα πάνω.

Ο συγγραφέας φέρνει αυτό το παράδειγμα για να πει ότι στην Ελλάδα δεν έχουμε τόσο μεγάλο πρόβλημα ως προς αυτό όπως σε χώρες όπου π.χ. δεν αναγνωρίζονται νομικά ούτε τα παραδοσιακά ιδιοκτησιακά δικαιώματα, έχουμε όμως παρόμοιες καταστάσεις, όπου οι οικογένειες επιλέγουν στρατηγικές ζωής και επενδύουν, και το κράτος αντί να τις αξιοποιήσει ή τις εμποδίζει ή στην καλύτερη τις απαξιώνει. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών,στα οποία η οικογένεια επενδύει πολύ. Σε μια χώρα όπου το κράτος διαμορφώνει τη δημόσια πολιτική με βάση τις κοινωνικές πρακτικές, αυτή την κατάσταση ή θα την ακύρωνε ή θα την αξιοποιούσε. Στη σοσιαλδημοκρατική περίπτωση θα βελτίωνε ριζικά τη διδασκαλία ξένων γλωσσών στο σχολείο, για να μη χρειάζονται τα φροντιστήρια. Στη φιλελεύθερη περίπτωση θα αξιοποιούσε την επένδυση των οικογενειών καταργώντας τη διδασκαλία ξένων γλωσσών στο δημόσιο σχολείο και δίνοντας κουπόνια στις πιο φτωχές οικογένειες για να στείλουν τα παιδιά τους στα φροντιστήρια. Το ελληνικό κράτος δεν έκανε τίποτα, απλώς προτίμησε μια αμήχανη συμβίωση. Υπάρχουν πολλά τέτοια παραδείγματα - όπου οι κρατικοί θεσμοί δεν ακολουθούν τις συνήθειες και τις επιλογές της κοινωνίας.

22. Το εμπορικό ισοζύγιο της Ελλάδας είναι η διαφορά ανάμεσα στην αξία των αγαθών και υπηρεσιών που πουλάνε οι κάτοικοι της χώρας σε ξένους και στην αξία των αγαθών και υπηρεσιών που αγοράζουν οι κάτοικοι από ξένους - δηλ. οι εξαγωγές μείον οι εισαγωγές...
Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών είναι μια λίγο ευρύτερη έννοια. Περιλαμβάνει, εκτός από εισαγωγές  και εξαγωγές, την αξία των μεταβιβάσεων και των εισοδημάτων. (Εισροές μείον εκροές, και στις δύο κατηγορίες). Μεταβιβάσεις σ' εμάς είναι κυρίως οι ενισχύσεις εισοδημάτων από τα ευρωπαϊκά ταμεία. Εισοδήματα είναι κυρίως μερίσματα και τόκοι από διεθνείς επενδύσεις και διεθνή δάνεια...
Όταν μια χώρα έχει αρνητικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, (ΙΤΣ) αυτό σημαίνει ότι ένα μέρος των δαπανών που κάνουν οι κάτοικοί της χρηματοδοτείται από ξένους, είτε με δάνεια είτε με άλλους τρόπους. Εξ ορισμού, το έλλειμμα στο ΙΤΣ εξισορροπείται από το ισοζύγιο κεφαλαίων, δηλαδή μια ισόποση καθαρή εισροή χρηματοδότησης, που μπορεί να έχει διάφορες μορφές.

Οι μορφές αυτές λοιπόν (της εισροής ξένων κεφαλαίων) μπορεί να είναι:
α) Δάνειο (με υποχρέωσή μας για αποπληρωμή με τόκο).
β) Επιχορήγηση (πχ ΕΣΠΑ) που δεν απαιτεί αποπληρωμή.
γ) Αγορά μετοχών ελληνικής εταιρίας από ξένους. (Η ελληνικά εταιρία πρέπει να αποδίδει τα αντίστοιχα κέρδη στους μετόχους αυτούς).
δ) Άμεση ξένη επένδυση (από ολόκληρο εργοστάσιο έως απλή αγορά σπιτιού), χωρίς καμιά μελλοντική υποχρέωση από μέρους όσων ντόπιων εισέπραξαν, δουλεύοντας πχ για να χτιστεί το σπίτι.

Ο συγγραφέας συνεχίζει εξηγώντας τι είναι η εγχώρια Κατανάλωση, Δαπάνη και Αποταμίευση, ότι υπάρχει διάκριση εθνικών λογαριασμών σε ιδιωτικούς και κρατικούς και ότι ένα δημοσιονομικό πλεόνασμα ή έλλειμμα (δηλ. ο ισολογισμός του κράτους) δεν έχει υποχρεωτικά σχέση με διεθνείς συναλλαγές. (Διεθνή δανεισμό κ.λπ). Δηλ. μπορεί το κράτος να έχει έλλειμμα (να ξοδεύει περισσότερα από όσα εισπράττει), αλλά να τα καλύπτει με δανεισμό από τα εγχώρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Πχ η Ιαπωνία έφτασε να έχει δημόσιο χρέος ίσο με το 220% του ΑΕΠ αλλά στο εξωτερικό ισοζύγιο είχε πλεόνασμα, δηλαδή δεν δανειζόταν από ξένους. (Δανειζόταν από το εσωτερικό, από τις Ιαπωνικές επιχειρήσεις).

Η Ελλάδα στα χρόνια πριν την κρίση ήταν με διαφορά η πιο προβληματική οικονομία της ΕΕ:
α) Έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών από το 1982 και στο εμπορικό ισοζύγιο από το 1962!
β) Επί 15 χρόνια πολύ υψηλή κατανάλωση ως ποσοστό του ΑΕΠ.
γ) Επί 30 χρόνια σχεδόν, δημοσιονομικό έλλειμμα.
δ) Το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ (μαζί με Ιταλία και Βέλγιο, αλλά αυτές δεν είχαν την εξάρτηση από εξωτερικό δανεισμό).
Ο συνδυασμός των 4 υπήρξε μοιραίος με τη διαταραχή που ξεκίνησε το 2008 από τη χρεοκοπία της Lehman Brothers.

23. Κατανάλωση του κράτους σημαίνει σε γενικές γραμμές το κόστος λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών... Περιλαμβάνει κυρίως μισθούς δημοσίων υπαλλήλων, αλλά και αναλώσιμα υλικά που αγοράζει από ιδιώτες... Η πρακτική στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης λέει πως η δημόσια κατανάλωση πρέπει να καλύπτεται ολόκληρη από τους φόρους. Τα δάνεια τους κράτους, αν υπάρχουν, πρέπει να είναι για χρηματοδότηση επενδύσεων... Ο κανόνας αυτός δεν είναι νεοφιλελεύθερος, είναι η κεϋνσιανή ορθοδοξία και η πρακτική της σοσιαλδημοκρατίας. Η επιλογή να έχουμε κράτος μόνιμα ελλειμματικό στην κατανάλωση ήταν καθαρά ελληνική.

Στις άλλες χώρες τα ελλείμματα ήταν κυρίως στον ιδιωτικό τομέα. (Τα εξωτερικά δάνεια κατευθύνονταν σε ιδιωτικές επενδύσεις). Εδώ κατευθύνονταν σε δημόσιες δαπάνες. Κάτι άλλο που ίσως συνέβη είναι ότι το ελληνικό κράτος λειτούργησε ως μηχανισμός αναπλήρωσης των αγορών, επειδή στην Ελλάδα δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν εύκολα οι διεθνείς ροές κεφαλαίων προς τον ιδιωτικό τομέα.

Το πρόβλημα όμως δεν ήταν μόνο οι Έλληνες πολιτικοί: σε όλο τον κόσμο, ένα μεγάλο μέρος των ορθόδοξων οικονομολόγων πίστευε ότι τα ελλείμματα και τα πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών δεν έχουν σημασία, και ότι, τουλάχιστον στον ιδιωτικό τομέα (όπου δεν υπάρχουν πολιτικές αποφάσεις που να δημιουργούν παραπάνω ελλείμματα) οι αγορές στο σύνολο θα εξισορροπούσαν τα πράγματα. Στις συνθήκες του Μάαστριχτ υπήρχαν όροι για το δημοσιονομικό έλλειμμα αλλά όχι για το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών. Ουσιαστικά, η θεώρηση καταργούσε την έννοια της "εθνικής οικονομίας".  Αυτό αποδείχτηκε λάθος, γιατί μόλις εκδηλώνεται κρίση φερεγγυότητας κάποιας κυβέρνησης, οι ξένοι πιστωτές παύουν τη χρηματοδότηση για όλους τους παίκτες της οικονομίας, κράτος, τράπεζες κι επιχειρήσεις. Η εθνική οικονομία αποδείχτηκε μια πολύ πραγματική οντότητα.

24. Οι μηχανισμοί της οικονομίας λειτουργούν υπόγεια και δημιουργούν κοινά συμφέροντα και κοινούς κινδύνους για ανθρώπους πολύ διαφορετικούς μεταξύ τους. Αυτό έχει συμβεί στην Ελλάδα με όσους βρέθηκαν στην ίδια πλευρά της διαχωριστικής γραμμής ανάμεσα σε εμπορεύσιμες και μη εμπορεύσιμες δραστηριότητες. Από τη μια πλευρά μια εργαζόμενη σε φαρμακοβιομηχανία, ένας τυροκόμος, μια ταβερνιάρισσα σε νησί, ένας εργοδηγός στους λευκόλιθους, ένας αμπελοπαραγωγός στην Κορινθία, ένας εφοπλιστής με γραφείο στον Πειραιά και ένας ταξιτζής στη Ρόδο, κι από την άλλη μια φαρμακοποιός, ένας δικηγόρος, μια ταμίας τράπεζας, ένας τεχνικός ΔΕΗ, μια λιανέμπορος ρούχων, ένας εργολάβος πολυκατοικιών, ένας βαμβακοπαραγωγός (κάτοχος "δικαιωμάτων") στην Καρδίτσα κι ένας ταξιτζής στην Αθήνα.

Στο κεφάλαιο αυτό ο συγγραφέας εξηγεί τον όρο του τίτλου: "Το αόρατο ρήγμα", μια βασική διάκριση που ενώ τη ζούμε και έχει συνέπειες, συχνά δεν τη συνειδητοποιούμε: είναι το ρήγμα ανάμεσα στους κλάδους που επηρεάζονται άμεσα από το διεθνή ανταγωνισμό, ανήκουν δηλαδή στους "διεθνώς εμπορεύσιμους" (tradables) κλάδους, και σε αυτούς που δεν ανταγωνίζονται ούτε με ξένους παρόχους ούτε σε ξένες αγορές. (Μη εμπορεύσιμοι κλάδοι, non-tradables). Στους δύο αυτούς τομείς ισχύουν διαφορετικές νοοτροπίες ως προς το πώς αντιλαμβάνονται το οικονομικό περιβάλλον. Επίσης η διάκριση δεν είναι πάντα ξεκάθαρη ούτε στατική. Μερικοί κλάδοι είναι εν μέρει εμπορεύσιμοι, και τα όρια αλλάζουν με την τεχνολογία και την παγκοσμιοποίηση.

Επί 30 χρόνια τουλάχιστον η μία ομάδα (η εμπορεύσιμη) συρρικνωνόταν και η άλλη διογκωνόταν. Επιπλέον οι αμοιβές εργασίας αυξάνονταν στους μη εμπορεύσιμους κλάδους, με αποτέλεσμα αυτοί να καταναλώνουν τα εισαγόμενα προϊόντα, ενώ δεν υπήρχαν αρκετά δικά μας εμπορεύσιμα επαγγέλματα, και άρα εξαγωγές.
Η αλήθεια είναι ότι σε όλες τις ανεπτυγμένες χώρες ο μη εμπορεύσιμος τομέας είναι μεγαλύτερος από τον εμπορεύσιμο, αλλά τα κράτη φροντίζουν να υπάρχει αρκετός εμπορεύσιμος ώστε να τροφοδοτεί την οικονομία με προϊόντα και φόρους. Όταν ξεφεύγει η κατάσταση λαμβάνονται διάφορα μέτρα, που στοχεύουν στο να περιοριστεί η κατανάλωση και να βελτιωθεί το ισοζύγιο. Έτσι αντιμετώπισαν την κρίση στη Σουηδία το 1993 και στη Γερμανία το 2003, πριν φτάσουν σε καταστάσεις μαζικής ανεργίας. Και στις δύο περιπτώσεις όλες οι ηγεσίες (πολιτικές, οικονομικές και συνδικαλιστικές) συντάχθηκαν με το σχέδιο ανασυγκρότησης -παρά τις λεκτικές διαφωνίες. Στην Ελλάδα αντίθετα το κράτος αντιμετώπισε την ανεργία με προσλήψεις στο δημόσιο (μη εμπορεύσιμο) και εφάρμοσε πολιτικές που οδηγούσαν τους εμπορεύσιμους κλάδους στον αφανισμό.

Μια περαιτέρω διάκριση είναι ότι σ' αυτές τις δύο κατηγορίες υπάρχουν μεγάλοι και μικροί. 

Οι μεγάλοι μη εμπορεύσιμοι είναι οι δημόσιες υπηρεσίες, οι Τράπεζες, η τηλεφωνία, τα δίκτυα και οι μεγάλοι προμηθευτές. Αυτοί έχουν ελάχιστες ανταγωνιστικές πιέσεις, ενώ απολαμβάνουν προστασία απασχόλησης και συχνά προσοδοθηρία και αδράνεια. Η κρίση τούς ανάγκασε μόνο σε πιο σφιχτά όρια δαπανών, αλλά σε καμιά ποιοτική βελτίωση. (Δεν υπάρχει ανταγωνισμός)

Οι μικροί μη εμπορεύσιμοι ελεύθεροι επαγγελματίες, γιατροί, δικηγόροι, εκπαιδευτικοί,αλλά και ηλεκτρολόγοι κ.λπ. έχουν έναν ιδιότυπο ανταγωνισμό: το ¨κανονικό" περιθώριο κέρδους τους διαμορφώνεται στο σημείο όπου ο μέσος παίκτης μπορεί να επιβιώσει. Έτσι, όσο μειώνεται ο όγκος των πωλήσεών τους, τόσο αυξάνεται η τιμή κάθε μονάδας  (Eίτε άρρητα είτε με παρέμβαση του κράτους). Πολλές δραστηριότητες έφτασαν στα όρια της φούσκας. Επόμενο με την κρίση πολλά μαγαζιά να κλείσουν καθώς έπεσε κατακόρυφα η ζήτηση.

Οι μεγάλοι εμπορεύσιμοι είναι πολύ μικρό ποσοστό: ο παραγωγικός καπιταλιστικός τομέας είναι εξαιρετικά μικρός. Υπάρχει ισχυρή θεσμική και ιδεολογική αντίσταση απέναντι στις μεγάλες επιχειρήσεις. Εξαίρεση η ναυτιλία, που ευημερεί επειδή έχει γλιτώσει από μεγάλο μέρος του γενικότερου θεσμικού πλαισίου.

Οι μικροί εμπορεύσιμοι,αγρότες, βιοτεχνίες, τουρισμός, έχουν μικρή θεσμική προστασία με εξαίρεση ένα μέρος των αγροτών. Είναι επιχειρηματικά επαγγέλματα, που επηρεάζονται άμεσα από την παγκοσμιοποίηση, πρέπει να αντιδρούν στις τεχνολογικές αλλαγές και τον ανταγωνισμό. Ένας παράγοντας επιβίωσής τους είναι η μη συμμόρφωση με τους νόμους. Αλλά για να το κάνουν αυτό πρέπει να παραμένουν μ ι κ ρ ο ί. Ακόμα και η μετάβαση από την αυτοαπασχόληση στην εργοδοσία ενέχει κινδύνους.

25. Αν θέλουμε να αποκτήσουμε τα οφέλη του να είμαστε μια επαρχία της ομοσπονδιακής Ευρώπης, θα πρέπει να δεχτούμε όσα το πολιτικό σύστημα, και ιδίως οι αντιμνημονιακοί, πολέμησαν με πάθος: τη  λεπτομερειακή εποπτεία από ευρωπαϊκά όργανα στις δημόσιες δαπάνες και στους κανόνες κατανομής τους.
Για το μέσο Έλληνα πολίτη, και ιδίως για τον πιο αδύναμο, μια ομοσπονδιακή Ευρώπη αλληλεγγύης μπορεί να ήταν καλύτερη από το είδος της εθνικής οικονομικής πολιτικής που είχαμε στη μεταπολίτευση, έστω κι αν αυτό θα σήμαινε πως οι θεσμοί έξω από τη χώρα θα λάμβαναν ακόμα πιο πολλές αποφάσεις που μας αφορούν.

Εδώ να διευκρινίσουμε πως ο συγγραφέας δεν υποστηρίζει οπωσδήποτε την ευρωπαϊκή ενοποίηση, απλώς την αναπτύσσει ως μια μόνο πιθανή εναλλακτική, που μάλιστα τη θεωρεί μακρινή και αμφίβολη.

26. Οι ενεργοί περιορισμοί για την Ελλάδα σήμερα είναι πέντε ειδών:

α) Η κατάρρευση της εσωτερικής ζήτησης: 
...Ένα πακέτο δημοσίων δαπανών που ενισχύει τη ζήτηση αλλά όχι και την εξαγωγική ικανότητα της οικονομίας δεν θα πείσει, γιατί προσκρούει στο επόμενο πρόβλημα.

β) Η περιορισμένη δυνατότητα για εξαγωγές (και για υποκατάσταση εισαγωγών).
...Είναι λοιπόν προτιμότερο ένα είδος βοήθειας για επενδύσεις που θα αυξήσουν τις εξαγωγές και θα υποκαταστήσουν εισαγωγές... 

γ) Η ασφυξία στη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων.
Αν δεν υπάρξει κάποια μεγάλη διεθνής πρωτοβουλία, η χρηματοδότηση από τις Τράπεζες θα εξακολουθήσει να είναι εξαιρετικά σφιχτή στο ορατό μέλλον. Μια περίπτωση θα ήταν να εξαγοραστεί μια μεγάλη εγχώρια τράπεζα από κάποια πολύ μεγάλη ευρωπαϊκή, που θα θελήσει να επεκταθεί δυναμικά στην ελληνική αγορά. Η άλλη περίπτωση θα ήταν ένα πρόγραμμα βοήθειας στοχευμένο ειδικά στη χρηματοδότηση παραγωγικών επιχειρήσεων, δηλαδή ένα "σχέδιο Μάρσαλ" με προσανατολισμό την εξωστρέφεια.

δ) Το μεγάλο βάρος του δημόσιου χρέους:
Το δημόσιο χρέος είναι περιορισμός για την ανάπτυξη με δύο τρόπους: πρώτον η αποπληρωμή του αφαιρεί πόρους που θα μπορούσαν να πάνε στις επιχειρήσεις, στα νοικοκυριά ή στις κοινωνικές υπηρεσίες, και δεύτερον ενισχύει την αβεβαιότητα για την ελληνική οικονομία: μήπως υπάρξει κάποια άτακτη χρεοκοπία τα επόμενα χρόνια;
Θα είναι πολύ καλό να μειωθεί, αν αυτό μπορεί να γίνει χωρίς "μάχες", απειλές και αστάθεια. Αλλά το μέγεθος του χρέους έχει πάρει μεγάλη συμβολική πολιτική αξία, κι αυτό είναι επικίνδυνο.

ε) Η αβεβαιότητα για τους θεσμούς.
Αβεβαιότητα για μερικά πολύ βασικά: 
-Θα παραμείνουμε στην ευροζώνη; 
-Πώς θα είναι οι φόροι σε 2 ή  5 χρόνια; 
-Θα ισχύσουν οι συμβάσεις τους κράτους με τους επενδυτές των αποκρατικοποιήσεων; 
-Μέχρι πού θα φτάσει η πρακτική να αποδίδονται ποινικές και αστικές ευθύνες σε πρόσωπα όχι επειδή ενήργησαν με δόλο ή βαριά αμέλεια αλλά επειδή η επιχείρηση που διοικούν δεν μπορεί να αποπληρώσει τα χρέη της;

27. Σε συζητήσεις ακούγονται κάποιες απόψεις με το ακόλουθο σκεπτικό: "Γιατί χρειαζόμαστε ανταγωνιστικές επιχειρήσεις σε διεθνώς εμπορεύσιμους κλάδους; Δεν μπορούμε να βολευτούμε με σχετικά λίγα βιομηχανικά αγαθά, και να αναπτυχθούμε παρέχοντας υπηρεσίες μεταξύ μας, εκπαίδευση, περίθαλψη, ψυχαγωγία, φροντίδα;"
Όχι δεν μπορούμε, για τον εξής λόγο: κατά κανόνα, η καινοτομία είναι περισσότερη και η παραγωγικότητα αυξάνεται ταχύτερα στους κλάδους που είναι εκτεθειμένοι στο διεθνή ανταγωνισμό...τα καταναλωτικά μας πρότυπα θα αποκλίνουν όλο και περισσότερο από του ανεπτυγμένου κόσμου και θα είμαστε όλο και περισσότερο σαν την Ανατολική Γερμανία, τον φτωχό συγγενή της Δυτικής στην μεταπολεμική περίοδο. Θα χρειάζεται το Τείχος του Βερολίνου για να κρατήσει τους νέους στην ωραία πατρίδα.

(Στο σημείο των αποσιωπητικών το επιχείρημα αναπτύσσεται εκτενώς)

28. ...Από τη στιγμή που για διάφορους λόγους παύουν να έρχονται ξένα κεφάλαια (είτε ως δάνεια είτε ως επενδύσεις), το έλλειμμα στο εξωτερικό ισοζύγιο θα κλείσει...
Οι εναλλακτικοί τρόποι για να κλείσει είναι οι εξής τέσσερις: η μαζική φτώχεια, η έξοδος από το ευρώ και η υποτίμηση του νέου νομίσματος, η μεγάλη αύξηση της παραγωγικότητας, και τέλος η λεγόμενη ¨εσωτερική υποτίμηση". Ο μικρός αυτός κατάλογος είναι κοινός τόπος μεταξύ των οικονομολόγων, είτε είναι φιλελεύθεροι είτε είναι σοσιαλιστές.

Ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι η φτώχεια, η υποτίμηση, ακόμα και η έξοδος από το ευρό δεν μπορούν να αποδώσουν τα αναμενόμενα αν δεν υπάρχουν ήδη έτοιμες επιχειρήσεις για να ωφεληθούν από αυτά. Άρα το πιο σημαντικό για τη δική μας ανάπτυξη είναι οι επιχειρήσεις και η παραγωγικότητα. Για να πάμε "στη δραχμή" χρειαζόμαστε πρώτα θεσμούς φιλικούς προς τις επενδύσεις. Κάτι σαν Σουηδία του Νότου.
Η σειρά προτεραιότητας που προτείνει ο ίδιος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων (βλέπε απόσπασμα 26) είναι: Εξαγωγές και υποκατάσταση εισαγωγών, θεσμική σταθερότητα, χρηματοδότηση με έμφαση στην εξωστρέφεια, εγχώρια ζήτηση και διαγραφή χρέους.

29. Έξι απλές αλήθειες:

Α. Οι μεγάλες επιχειρήσεις χρειάζονται.
Είναι σοβαρό πρόβλημα το ότι έχουμε τόσο λίγες μεγάλες και μεσαίες μονάδες. Είναι πιο παραγωγικές, υιοθετούν τις νέες τεχνικές πιο εύκολα, μπαίνουν σε νέες αγορές πιο εύκολα. Το κατά κεφαλήν εθνικό εισόδημα θα ήταν αρκετά υψηλότερο αν το μέσο μέγεθος των επιχειρήσεών μας ήταν διπλάσιο, με την ίδια έστω κλαδική σύνθεση που έχουμε και τώρα.

Β. Η διαφοροποίηση χρειάζεται.
Η άποψη "να ενισχύσουμε τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα" είναι λάθος. Οι επιτυχημένες χώρες δεν εξειδικεύονται σε δυο-τρεις τομείς, αλλά απλώνονται συνεχώς σε νέους και μετασχηματίζουν τους παλιούς. Αν ανταγωνίζονται μόνο στα προϊόντα των φτωχών, θα μείνουν φτωχές...Η ανάπτυξη είναι μια διαδικασία διαφοροποίησης, όχι εξειδίκευσης.
Αυτό προϋποθέτει τους κατάλληλους θεσμούς και την κατάλληλη νοοτροπία της διοίκησης. Στη διαφοροποιημένη οικονομία οι επιχειρήσεις λειτουργούν με διαφοροποιημένους τρόπους. Άλλοτε με βαριές εγκαταστάσεις, άλλοτε με "εικονικά" γραφεία, άλλοτε με πολλές υπερωρίες, άλλοτε με μερική απασχόληση από το σπίτι. Αν το κράτος αποκλείσει την ποικιλομορφία, ουσιαστικά μπλοκάρει την ανάπτυξη.

Γ. Οι μικρές επιχειρήσεις είναι (και) το μέλλον.
Είναι απόλυτη ανάγκη η δημόσια πολιτική να επιτρέπει και να ενθαρρύνει τις μικρές μονάδες να λειτουργούν αναπτυξιακά. Αυτές πρέπει να σηκώσουν το βάρος για να αυξηθεί η παραγωγικότητα, κάνοντας μικρές βελτιώσεις ή σημαντικές καινοτομίες στον τρόπο που λειτουργούν.
Ποιος διαφωνεί με αυτό; Στην πράξη διαφωνεί το σύνολο της δημόσιας διοίκησης και σχεδόν όλοι οι πολιτικοί. Έχουν ποινικοποιήσει την επιχειρηματική αποτυχία, έτσι ώστε ο σοφός επιχειρηματίας να προτιμά τα πεπατημένα μοντέλα, αντί να κινδυνεύει με φυλάκιση και κατάσχεση του σπιτιού του αν δεν του βγει η νέα ιδέα. Έχουν δημιουργήσει ένα μηχανισμό επιδοτήσεων που χρειάζεται ένα χρόνο μελέτη για να καταλάβεις πού και πώς υπάγεσαι, και αν θέλεις να αλλάξεις κάτι στο δρόμο, πάλι από την αρχή. Έχουν κατακερματίσει τις άδειες λειτουργίας και τα ταμεία, ώστε κάθε νέα δραστηριότητα να είναι σαν να ξεκινάς επιχείρηση για πρώτη φορά... Ενώ θα ήταν πολύ καλύτερα αν η νομοθεσία απαιτούσε μόνο τα βασικά, σε όλες τις δραστηριότητες: να δηλώνουν το φορολογητέο εισόδημα, να πληρώνουν τις ασφαλιστικές εισφορές, να μη βλάπτουν το περιβάλλον και τη δημόσια υγεία.

Δ. Οι οικογενειακές στρατηγικές της μεταπολίτευσης είναι ανεκμετάλλευτος πλούτος.
Οι γραφειοκρατικές διαχωριστικές γραμμές δυσχεραίνουν τις πολυεργειακές οικογένειες να αξιοποιήσουν αποτελεσματικά τις δεξιότητες και την περιουσία τους.

Ε. Οι στοχευμένες παρεμβάσεις μπορούν να αποδώσουν, αν είναι απλές και με προφανές όφελος.

ΣΤ. Το κοινωνικό κράτος ενισχύει την ανάπτυξη μόνο αν καλύπτει ανθρώπους και όχι επαγγέλματα.
Αυτό το ξέρουν καλά στη Βόρεια Ευρώπη, σοσιαλδημοκράτες και κεντροδεξιοί. Στην εποχή μας οι δομές των κοινωνιών είναι ρευστές, οι σταδιοδρομίες απρόβλεπτες, και οι κοινωνικές δαπάνες πρέπει να προστατεύουν από το απρόβλεπτο. Επείγει να αναμορφωθεί το σύστημα παροχών (συντάξεις, υγεία, ανεργία), ώστε να μην κάνει διακρίσεις με βάση το επάγγελμα και την εργασιακή κατάσταση. Δηλαδή, κυρίως: να ενωθούν τα ταμεία συντάξεων, να ανοίξει το δημόσιο σύστημα υγείας σε όλους τους κατοίκους της χώρας και να ενισχυθούν οι πόροι για τους ανέργους...Το κράτος, μόνο αν απελευθερώσει τα πρόσωπα από το συντεχνιακό τους προσδιορισμό θα μπορέσει να τα στηρίξει σε όλες τις δοκιμασίες και τις περιπέτειες που θα βιώσουν προσπαθώντας να χτίσουν τις νέες δουλειές.

30. Στον κόσμο, οι τεχνολογικές εξελίξεις παρέχουν όλο και περισσότερες δυνατότητες σε μικρές επιχειρήσεις να βρίσκουν πελάτες παντού, χωρίς γεωγραφικούς περιορισμούς. Τα ισχυρά πλεονεκτήματα των πολυεθνικών εταιρειών και των μεγάλων εργοστασίων, που είναι το ακριβό μάρκετινγκ και το χαμηλό κόστος παραγωγής, παραμερίζονται, σε πολλούς κλάδους, από τον ευφυή σχεδιασμό, το διαδίκτυο, τους φτηνούς αυτοματισμούς. 
Η επένδυση σε πτυχία και εξοπλισμό που έγινε με στόχο την ασφαλή εγχώρια αγορά δεν υπάρχει κανένας λόγος να πάει χαμένη.