1/1/15

Στη θολή γραμμή των οριζόντων. (Δηλαδή, στην Κοιλάδα της Λάσπης).


(Το  ποίημα του Νίκου Καββαδία παίζει το ρόλο του στο μυθιστόρημα).


- ...πώς ένα ον τόσο εξελιγμένο κατέφευγε σε ανάλογες ωμότητες για να επικοινωνήσει τις διαθέσεις του. Η φυσική υπεροχή έχει λόγο να επιβεβαιώνεται με τόσο πρωτόγονο τρόπο;

- Ποτέ δεν φανταζόταν ότι μπορεί κάποιος να αφιερωθεί ολόψυχα σε μια ιδέα που δεν θεωρεί ότι έχει βάση αλήθειας, επειδή τον ικανοποιεί ως στάση ζωής.

- "Ο δράκος υπάρχει επειδή το επιθυμεί", επανέλαβε ανήσυχος ο διερμηνέας των Σιωπών, "είναι ο μόνος που εμφανίστηκε στη Δημιουργία από δική του βούληση".




Ιωάννα Μπουραζοπούλου
Ο Δράκος της Πρέσπας
Ι. Η Κοιλάδα της Λάσπης
(Εκδ. Καστανιώτη, σελ. χάρτινης έκδοσης 592. Κυκλοφορεί και σε epub)

Ανάμεσα σε έναν πρόλογο κι έναν επίλογο τοποθετημένους σε αλχημικό εργαστήριο (που ίσως παραπέμπει στην ίδια τη λογοτεχνική δημιουργία), διαβάζουμε μια συναρπαστική ιστορία. Τόπος της  η περιοχή της Φλώρινας και του Πισοδερίου, δηλαδή η νότια όχθη της λίμνης Πρέσπας. (Η λίμνη είναι μία στο βιβλίο,"περιτομήθηκε"). Εκεί έχει στηθεί, με τα καλυβάκια του, το πανδοχείο του και το καμπαναριό-φυλάκιο, απομεινάρι του ξεριζωμένου παλιού χωριού, ένας οικισμός δρακολόγων, δηλαδή πολλών τριμελών (ως επί το πλείστον) ομάδων που μελετούν τον δ ρ ά κ ο, τον Κάτοικο της λίμνης "από την εποχή των παγετώνων". (Όπως λέγεται, αν και η αφήγηση γι αυτόν άρχισε μόλις είκοσι χρόνια πριν, μαζί με την αδιάκοπη βροχή που σχημάτισε την αιώνια λάσπη, εξαφάνισε τα ψάρια και γέννησε μεταλλαγμένες σαπρολειχήνες και χέλια). Παρόμοιοι οικισμοί δρακολόγων, αλλά με διαφορετική, απολύτως ανταγωνιστική -τόσο προς την ελληνική όσο και μεταξύ τους- αντίληψη για το δράκο, υπάρχουν και στις άλλες δύο όχθες της λίμνης, την ανατολική και τη δυτική, προς τις οποίες όμως, και παρόλο που όλοι οι δρακολόγοι μελετούν την ίδια λίμνη,  τα σύνορα είναι αυστηρά αδιαπέραστα. Χρονολογίες δεν υπάρχουν στο βιβλίο αλλά η εποχή είναι περίπου η σύγχρονη, όπως καταλαβαίνουμε από την τεχνολογία και από έμμεσες αναφορές στη χρηματοπιστωτική μας κρίση και τα πολιτικο-οικονομικά παρεπόμενά της. Όμως αυτός ο πραγματικός χωροχρόνος είναι τόσο διεξοδικά ξαναχτισμένος εκ βάθρων (ενώ ταυτόχρονα κρατάει τα αληθινά τοπωνύμια και τις ρεαλιστικές λεπτομέρειες αντικειμένων και πράξεων), ώστε έχουμε μια πλήρη μεταμόρφωσή του σε ένα σκηνικό που θα το λέγαμε άλλοτε νατουραλιστικό, άλλοτε εξπρεσιονιστικό, κάποιες στιγμές λίγο γκροτέσκο. Χωρίς να είναι λοιπόν καθαρόαιμα "παραμυθένια", η αφήγηση ακροβατεί ανάμεσα στο ρεαλισμό και το fantasy και μας βάζει από την αρχή να βαδίσουμε κι εμείς σ' αυτό το αναγνωστικό σκοινί.

Η βασική ιστορία είναι η εξής: μια ομάδα δρακολόγων, οι πεζογράμματοι, αποτελούμενη από τους λαοκόοντα, λέανδρο, λυγκέα και λιράνα (είναι η μόνη τετραμελής ομάδα και μάλιστα με θηλυκό τέταρτο μέλος) έχει ένα μυστικό που δεν το γνωρίζει κανένας έξω από τον δρακολογικό οικισμό: έχει αναθρέψει ένα παιδί, τον Εμμανουήλ, που τη μέρα έναρξης της ιστορίας μας κλείνει τα δεκαοχτώ. Ο Εμμανουήλ είναι βιολογικός γιος μιας πλανόδιας ζωγράφου, της Φιλουμένης, και του ...δράκου. (Ή, έτσι είναι γνωστό στη δρακολογική κοινότητα). Είναι μονόχειρας εκ γενετής, έξυπνο παιδί με μόρφωση (χάρη στους δρακολόγους θετούς γονείς), με ταλέντο ζωγράφου και με τάσεις ανεξαρτησίας. (Έχτισε μόνος του το δικό του καλυβάκι). Σήμερα λοιπόν, όπως μαθαίνουμε -δεν τον έχουμε δει ακόμα- ετοιμάζεται να ανεξαρτητοποιηθεί ακόμα πιο πολύ, να φύγει δηλαδή από τον οικισμό. 
Αλλά ακριβώς την κρίσιμη γι αυτόν μέρα, ξαφνικά τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά: πρώτον ο καιρός (που βρέχει επί 20 χρόνια) είναι ασυνήθιστα κακός και ρίχνει κεραυνό στο πανδοχείο του οικισμού. Δεύτερον ο Σεβαστιανός, ο φύλακας που μένει στο καμπαναριό-φυλάκιο (και ειδοποιεί συνθηματικά τον οικισμό όποτε έρχεται ξένος) βρίσκει ένα ...κομμένο χέρι πάνω στην πάνινη καρέκλα του. (Μια πολύ ενδιαφέρουσα πτυσσόμενη καρέκλα -λεπτομέρειες επί τούτου στο κείμενο). Τρίτον μια νεαρή ξένη, τυφλή και πεζή (χωρίς μουλάρι), εμφανίζεται στην Πύλη του οικισμού και αναστατώνει τους πάντες μέχρι που ο ιχνηλάτης (δηλ. ο οραματιστής της ομάδας) λυγκέας λέει αινιγματικά πως είναι η λούνα, αυτή που περίμεναν. Τέταρτον το κομμένο χέρι όπως ήρθε έτσι και ...εξαφανίζεται, λίγο μετά, μόνο του και πέμπτον και χειρότερο για τον Εμμανουήλ η λιράνα δεν έχει επιστρέψει από το Πισοδέρι (όπου εκτελεί καθήκοντα ορκωτής εφόρου με το κατά κόσμον όνομα Εργίνα Κορωναίου) και χωρίς αυτήν ο νεαρός είναι αδύνατον να φύγει, γιατί μόνο αυτή μπορεί να του φτιάξει έγγραφα ταυτότητας για τον έξω κόσμο. (Δεν είναι ¨γραμμένος" πουθενά, είναι παιδί-φάντασμα).
Στην πραγματικότητα τη λιράνα-Εργίνα την έχει βρει μπελάς στο Πισοδέρι: ήρθε να τη συναντήσει απροειδοποίητα ο ίδιος ο ύπατος αρμοστής Έκτορας Μόζερ, ένας τυφλός αυταρχικός, διεστραμμένος και μοχθηρός τύπος που εκπροσωπεί την Παγκόσμια Τράπεζα (ή κάτι τέτοιο) και που τρέμουν οι πάντες -και του οποίου η Εργίνα, ως ορκωτή έφορος, είναι υφισταμένη. Ο Μόζερ, αν και σκόπιμα δεν το αποκαλύπτει στη λιράνα, πληροφορήθηκε έκπληκτος και με οργή την ύπαρξη του νεαρού Εμμανουήλ και θέλει να πάει ο ίδιος στον δρακολογικό οικισμό να δει τι γίνεται. Αλλά μετά από μια σειρά συμπτώσεις, παρεξηγήσεις και γεγονότα καταλήγει να "οδηγείται" εν αγνοία του (είναι τυφλός) πάνω στο μουλάρι και μέσα στην ατέλειωτη λασπουριά από μια νεαρή άγνωστή του κοπέλα που θέλει να τον εκδικηθεί για όλη τη ζωή της και που τον αφήνει πληγωμένο, ταπεινωμένο και ημιθανή (τον τρομερό ύπατο αρμοστή που φοβούνται οι πάντες!) στην ερημιά, όπου θα τον βρει τυχαία ... (σπόιλερ!).
Από αυτό το σημείο αρχίζει η καταιγιστική "λύση" της ιστορίας, με αποκαλύψεις -όσες δεν έχουν γίνει μέχρι τώρα, γιατί η αφήγηση ξεδιπλώνεται σταδιακά και σε φλασμπάκ μικρά ή μεγαλύτερα-, και με τη λούνα (κατά κόσμον Σαββίνα) να γίνεται τελικά το πέμπτο μέλος των δρακολόγων μας αλλά όχι για πολύ, καθώς πρέπει να τη φυγαδεύσουν. Μετά από περιπέτειες μαζεύονται πάλι όλοι στον οικισμό και σχεδιάζουν τη φυγή (αναγκαστική τώρα) του Εμμανουήλ μαζί με το νεαρό κορίτσι, φυγή που θα πάρει απρόσμενη τροπή καθ' εαυτή, οδηγώντας προφανώς στο δεύτερο μέρος της τριλογίας, καθώς οι δυο νέοι κουβαλούν μαζί τους και κάποια άλυτα στοιχεία: χαμένους συγγενείς από το παρελθόν, ένα σφραγιδόλιθο-δαχτυλίδι, τον ίδιο τον τρόπο της εξαφάνισής τους...

 Αν και δεν είναι λίγα, τα πρόσωπα του μυθιστορήματος είναι αδύνατο να τα μπερδέψεις μεταξύ τους, έχουν πολύ έντονα διακριτικά προσωπικότητας. Παράλληλα με τη δράση απολαμβάνουμε και ένα σκηνικό που ζωντανεύει με γοητευτικό τρόπο σύγχρονα φαινόμενα  και σχέσεις, όπως τον τουρισμό (μαγευτική η εικόνα του Πισοδερίου τόσο στη διάρκεια της μέρας με την αγορά των τουριστικών ειδών σε ατμόσφαιρα που θυμίζει ολίγον τη Διαγώνιο Αλέα του Χάρι Πόττερ, όσο και στη διάρκεια της νύχτας με τα φώτα των μπαρ και τις μουσικές που ανακατεύονται στα αμφιθεατρικά μαγαζιά του βουνού κάτω από τη Βίγλα και το χιονοδρομικό), το εμπόριο, ακόμα και (ενδιαφέρουσα πολιτική ματιά) την αρμονικότατη υπό συγκεκριμένους όρους σχέση ανάμεσα στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και τον εθνικισμό. Διαβάζουμε επίσης συγκινητικά στιγμιότυπα και μικροϊστορίες που διαδέχονται η μια την άλλη σε μια ευχάριστη αλληλουχία ζωής, όπως την ανεξαρτητοποίηση του νεαρού που φτιάχνει το δικό του καλυβάκι με τη βοήθεια του κηδεμόνα του (ο ένας από τους δρακολόγους, ο λέανδρος, τον είχε μεγαλώσει στο σπίτι του μέχρι τώρα) και την αμοιβαία αλλαγή στα μεταξύ τους συναισθήματα, τον αμοιβαίο σεβασμό, τη νέα ματιά που γεννιέται ανάμεσα στον κηδεμόνα και το παιδί σε αυτή ακριβώς τη φάση. Ή, την παρέα των εφήβων που μαζεύονται τη νύχτα στο κρυφό τους στέκι και καπνίζουν την "πίπα των Ορφικών", διηγούμενοι μέσα στην διέγερσή τους τα τρομερά και συναρπαστικά που συμβαίνουν "εκεί έξω", στις πόλεις . Ή, την ωραιότατη σκιαγράφηση του αδάμαστου, ασυμβίβαστου και πεισματάρη χαρακτήρα της νεαρής ηθοποιού και συγγραφέως Σαββίνας Καλλέργη (δηλαδή της λούνας) μέσα από τη σύγκρουσή της με την (απολύτως ρεαλιστική, δηλαδή ..σουρεαλιστική) μικροπολιτικάντικη και ανάλγητη γραφειοκρατία και "λογική" των νομοθετημάτων. Διαβάζουμε επεισόδια σχετικά με την μικρή κοινωνία των χωριών και τα ένοχα μυστικά τους (που συνήθως δεν είναι συναρπαστικά, αλλά πεζοί οικονομικοί εκβιασμοί), την επίσημη πολιτική και τη (μη) ηθική της, βλέπουμε ολοζώντανους (ως δευτερεύοντες χαρακτήρες) τους μη εξαιρετέους τύπους των χαμερπών ρουφιάνων, των προαγωγών και των ανεγκέφαλων εκβιαστών και φονιάδων, δηλ. όλου του υποκόσμου που εμπλέκεται στα γρανάζια της εξουσίας, φτάνοντας να πίνει μαζί της στα πανάκριβα ξενοδοχεία με τις πριβέ σουίτες. Βρίσκουμε ακόμα και δοκιμασίες σεξουαλικής υποταγής, που παίζουν το ρόλο τους στην ιεραρχία των δομών. Όλα ωστόσο είναι κεντημένα με μια ανθρώπινη καθημερινότητα γεμάτη χαριτωμένα στιγμιότυπα, γήινα μικροπροβλήματα και συχνά χιούμορ, που προκύπτει αβίαστα από την τριτοπρόσωπη θέαση των καταστάσεων. Σε κάποιο σημείο ο νεαρός Εμμανουήλ ρωτάει τον λαοκόοντα (τον έναν από τους κηδεμόνες του δρακολόγους) γιατί του αρέσει τόσο πολύ η οπερέτα, κι εκείνος απαντάει:

"Η οπερέτα είναι το λιγότερο υποκριτικό είδος τέχνης. Μου θυμίζει τη δρακολογία, η μελωδία είναι επιβλητική, η εκτέλεση μεγαλειώδης, αλλά το κείμενο σκέτη φάρσα. Κάπως έτσι είναι και η ζωή".

Μοιάζει με σχόλιο της συγγραφέως για το ίδιο της το έργο, καθότι η πρώτη ύλη της είναι ανθρώπινες καταστάσεις μιας κοινωνίας που προσιδιάζει πιο πολύ στη φάρσα παρά στο μεγαλείο. Δεν πρόκειται πχ για το έπος των ηγεμόνων στο Game of Thrones, για να πω ένα ίσως όχι και πολύ εύστοχο, πολύ γνωστό όμως "παραμυθοειδές" δρακοπαράδειγμα. Πρόκειται για μικροανθρώπους, -ακόμα και οι δρακολόγοι σαχλαμάρες είναι, ένα προϊόν στηριγμένο βασικά σε "ψώνια", που έστησε η κυβέρνηση μέσω της εφόρου για να το πουλήσει. (Ιδιαίτερα διασκεδαστική  η σκηνή της ..γενικής συνέλευσής τους!) Κι όμως, ό,τι κάνουν και οι ίδιοι με τη ζωή τους (τη μετατρέπουν σε μεγαλειώδη), το ίδιο κάνει και η συγγραφέας: μ΄ αυτούς όλους τους φαρσογενείς τύπους στήνει ένα μεγαλειώδες σκηνικό. Σαν την οπερέτα.
Πολύ γοητευτική είναι η τελική γιορτή της πανσελήνου με το ερωτικό δρώμενο, που ισορροπεί ανάμεσα στη διακωμώδηση από τη μια, με όλους αυτούς τους παλαβούς μεθυσμένους δρακολόγους και τις τρελοθεωρίες τους, και μια ανεξήγητη αλλά υπαρκτή ιερότητα από την άλλη, ένα σύνορο γεμάτο σεβασμό (τόσο από τους ήρωες του έργου όσο και από την ίδια τη συγγραφέα) προς το Άγνωστο που, παρά τις λογικοφανείς εξηγήσεις, τα ψέματα και την παρωδία, παραμένει πάντα αυτό, Το Άγνωστο. Πράγματι, μέσα σε όλο αυτό το κάπως γκροτέσκο και γεμάτο καταιγιστική δράση σύνολο, η Μπουραζοπούλου διασώζει, μια με το παιχνίδι, μια με τις ιδέες, τέλος με την όχι πολύ "λυρική" αλλά απολύτως ζωντανή α γ ά π η ανάμεσα στους δρακολόγους, τα σοβαρά συναισθήματα, το στοχασμό, το σεβασμό στις αξίες. Κορυφαίο, η πλατωνική άποψη ότι ο ανεκπλήρωτος έρωτας και η ανεκπλήρωτη δίψα για γνώση είναι ένα και το αυτό, άποψη που βασιλεύει στην προαναφερθείσα νυχτερινή γιορτή με το σπαρακτικό ερωτικό της δρώμενο, σαν ένα είδος κεντρικής ιδέας που ενώνει, μέσα στο συνoνθύλευμα από θεοσοφίες, αρχαιολατρία και new age καταστάσεις, την τραγική εν τέλει δρακολογική κοινότητα, την ανθρώπινη υπόσταση. Στο ίδιο πνεύμα, δεν υπάρχει στην ουσία δυνατότητα σοβαρού ...spoiler για τον δράκο, τον Κάτοικο της λίμνης: οι ορθολογικές αποκαλύψεις είναι τόσο αυτονόητες που είναι τελικά ασήμαντες: το ερώτημα αν "υπάρχει" ή "δεν υπάρχει" ο δράκος παραμένει αναπάντητο στο φόντο της ιστορίας.
Εκτός από αναφορές στη θρησκεία και την αρχαία Ελλάδα (ένα απολαυστικό παράρτημα μας περιμένει στο φινάλε, με αναλυτική παρουσίαση όλων των δρακολογικών ομάδων!) έχουμε λεκτικά παιχνίδια (ο τρόπος που έχω γράψει τα ονόματα απηχεί ένα από αυτά), αναφορές στην ποίηση, τη ζωγραφική και το θέατρο, καθώς και διακειμενικές και άλλες, πιο "ανάλαφρες" επιδράσεις, που εντοπίζονται βέβαια κάπως αυθαίρετα. Ας πούμε εντόπισα σκηνή-λεπτομέρεια που μου θύμισε έντονα (αλλά πολύ δημιουργικά) Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων. (Επίσης οι -ενδελεχείς και αναλυτικές- αστυνομικές έρευνες, που πιάνουν μεγάλο μέρος ενός κεφαλαίου κάπου στη μέση, μου θύμισαν ...CSI -Las Vegas μάλλον, λόγω του σπλάτερ!:)).
Το βιβλίο διαβάζεται απολαυστικά ως το τέλος και, αν και βουτηγμένος/η στη δρακολογική λάσπη, τελικά θέλεις κι άλλο. Ωραία θα ήταν μια έκδοση με χ ά ρ τ η (τουλάχιστον στο epub που διάβασα εγώ δεν υπήρχε), που θα έχει όλες τις  λεπτομέρειες, τον οικισμό, τα καλύβια του καθενός, το Πανδοχείο του Βαρδή, τα ξενοδοχεία "Δρακοφωλιά" και "Παιωνικός Ταύρος" (ένα ξενοδοχείο πολυτελείας στο Πισοδέρι, το οποίο εκτός των άλλων έχει και μια καταπληκτική δρακολογική βιβλιοθήκη στο υπόγειό του) και βέβαια το δίκτυο από χρωματιστά συρματόσχοινα (κάτι σαν γραμμές του ...μετρό;), με τα οποία οι δρακολόγοι βρίσκουν το δρόμο τους μέσα στην ατέλειωτη λάσπη της νότιας όχθης.