6/5/11

Τι είναι στα αλήθεια το Χέιλσαμ;


... Και παρόλο που εκείνος δεν ξαναζήτησε τη συμβουλή μου για τα σχέδιά του, του άρεσε να ζωγραφίζει μπροστά μου και συχνά περνούσαμε έτσι τα απογεύματά μας: εγώ καθισμένη στο κρεβάτι, διαβάζοντας ίσως μεγαλόφωνα, ο Τόμυ στο θρανίο, ζωγραφίζοντας. Μπορεί να είχαμε κατακτήσει την ευτυχία εάν τα πράγματα έμεναν έτσι για λίγο καιρό ακόμα. Αν αφήναμε να κυλήσουν περισσότερα απογεύματα με συζητήσεις, σεξ, διάβασμα και ζωγραφική. Αλλά καθώς τέλειωνε το καλοκαίρι και η υγεία του Τόμυ κόντευε να αποκατασταθεί, η πιθανότητα να έρθει ειδοποίηση για την τέταρτη δωρεά του μεγάλωνε ολοένα...




Καζούο Ισιγκούρο
"Μη μ' αφήσεις ποτέ"
Μτφ. Τόνια Κοβαλένκο
Εκδ. Καστανιώτης

Η βασική ιδέα

Η Κάθυ, ο Τόμυ και η Ρουθ είναι κλώνοι. Άνθρωποι κατασκευασμένοι in vitro, με μοναδικό προορισμό να δώσουν, σε μια σειρά το πολύ τεσσάρων "δωρεών", τα όργανά τους και μετά να ολοκληρώσουν. (Δηλ. να πεθάνουν). Ζουν σε μια ανθρωπότητα στην οποία όλες οι σοβαρές αρρώστιες έχουν νικηθεί με τις μεταμοσχεύσεις και οι «κανονικοί» άνθρωποι ζουν πάνω από εκατό χρόνια. Καθώς το πλαίσιο τίθεται από τις πρώτες σελίδες, ο Ισιγκούρο μας παρασύρει από την αρχή σε μια τεταμένη ανάγνωση, με αναβαπτισμένα στο χυμό της σημασίας τους και τα παραμικρά, τα πιο ασήμαντα νοήματα. Μέσω της αφήγησης της Κάθυ, μιας απόλυτα "φυσιολογικής", μορφωμένης νέας γυναίκας με λογική σκέψη και μεγάλη ευαισθησία στην ανάλυση των ανθρώπινων σχέσεων, «ξαναδιαβάζουμε» παρόμοια κείμενα που έχουμε στην αναγνωστική μας μνήμη και αναρωτιόμαστε για πρώτη φορά για το αληθινό τους νόημα. Διαβάζουμε έκπληκτοι, ρουφώντας μαζί με τους ήρωες κι εμείς τη ζ ω ή ως το μεδούλι, και όσο διαβάζουμε ξ έ ρ ο υ μ ε, αλλά (βλέποντάς το πολύ πιο ψύχραιμα) ξέρουν και οι ίδιοι οι ήρωες: ότι το κοντινό και αναπόφευκτο μέλλον τους είναι τα χειρουργικά κρεβάτια, οι πόνοι, το σταδιακό σακάτεμα κι ο θάνατος!
Όπως καταλάβατε, το εύρημα είναι πολύ αποφασιστικά χαραγμένο: δεν πρόκειται για ανθρώπους-θύματα, που κάποιοι τους εκμεταλλεύονται και που θα ήθελαν να ξεφύγουν. Η Κάθυ, ο Τόμυ και η Ρουθ, όπως και όλοι οι όμοιοί τους, έχουν απόλυτα αποδεχτεί τον προορισμό τους, για τον οποίο προετοιμάστηκαν από την εκπαίδευση. Είναι ο σκοπός της ύπαρξής τους: "Υποτίθεται ότι πρέπει να είμαστε καλοί δότες", λέει κάποια στιγμή η Ρουθ, και το "υποτίθεται" έχει εκείνη τη χροιά της νεανικής ανεμελιάς, που κατά βάθος δεν αμφισβητεί σοβαρά ή έμπρακτα. Όπως ας πούμε ένα μέσο κορίτσι θα έλεγε με ανάλαφρη ειρωνεία: "Υποτίθεται ότι πρέπει να γίνω καλή μητέρα".

Αφήγηση – πλοκή - πλαίσιο

Αφηγείται η Κάθυ, που υπήρξε δώδεκα χρόνια (πολλά) συνοδός, δηλαδή νοσηλεύτρια δωρητών και τώρα, στα 31 της, ετοιμάζεται να αρχίσει κι αυτή τις δωρεές. Η αφήγηση (γραμμική με μικρές παλινδρομήσεις), είναι απλή και ευκολοδιάβαστη αλλά και με αρκετά επεξεργασμένες φράσεις, ακόμη και λεπτό χιούμορ. Η ζωή των τριών ξεδιπλώνεται, λοιπόν, μέσω της Κάθυ, με μια απλή δομή, σε τρία μέρη:

α) Στο οικοτροφείο-σχολείο τους, το Χέιλσαμ. Από πιτσιρίκια μέχρι το τέλος της εφηβείας τους οι νεαροί κλώνοι ζούσαν στο οικοτροφείο, όπου, αν και δεν έβγαιναν ποτέ και η υγεία τους ήταν το βασικό μέλημα, δεν περνούσαν και άσχημα. Παρακολουθούμε τις φιλίες τους, τις παιδικές κι εφηβικές παρέες, γνωρίζουμε σταδιακά τους τρεις ήρωες. Στο Χέιλσαμ, εκτός των άλλων, ζωγράφιζαν πολύ και κάθε τόσο ερχόταν μια Μαντάμ και έπαιρνε τα καλύτερα έργα τους, για κάποια μυστηριώδη Γκαλερί. Εκεί επίσης, σε ένα παζάρι αντικειμένων (που έρχονταν σε κούτες απ’ έξω και στο οποίο ψώνιζαν με δικό τους «νόμισμα») η Κάθυ απόκτησε την κασέτα με το τραγούδι "Never let me go" (κλικ για να το ακούσετε)

β) Μετά το σχολείο τούς μοίραζαν (μαζί με όμοιούς τους από άλλα ιδρύματα) σε αγροκτήματα, για μια σταδιακή προσαρμογή στην έξω ζωή. Παρακολουθούμε τους τρεις (ο Τόμυ και η Ρουθ είναι ήδη ζευγάρι) στις Αγροικίες, σε επεισόδια που δείχνουν τη σταδιακή ενηλικίωσή τους, τις υπαρξιακές αναζητήσεις τους για αυτό που είναι, αλλά και τις ανταγωνιστικές σχέσεις, που δοκιμάζονται από τα καινούργια ερεθίσματα. Από εκεί φεύγουν ένας ένας για να εκπαιδευτούν ως συνοδοί, δηλ. νοσηλευτές των ήδη δωρητών. Το κεφάλαιο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: πολύ εύστοχα δοσμένες οι νεανικές ανησυχίες, που προσομοιάζουν με εκείνες φοιτητών σε ένα πανεπιστημιακό κάμπους.

γ) Τέλος αρχίζουν οι δωρεές. Χωρίζονται, και η Κάθυ, που γίνεται καλή συνοδός – δηλ. βοηθάει τους δωρητές «της» να είναι ήρεμοι- συναντά τυχαία μετά από καιρό τη Ρουθ, που έχει γίνει ήδη δότρια. Μαζί ξαναβρίσκουν τον Τόμυ. (Κι αυτός δότης). Σ αυτή τη φάση το ζευγάρι είναι η Κάθυ και ο Τόμυ, ενώ η Ρουθ ολοκληρώνει σύντομα. Η σημαντική στροφή στην αφήγηση γίνεται όταν η Κάθυ και ο Τόμυ αποφασίζουν να ακολουθήσουν μια φήμη που κυκλοφορεί μεταξύ των ομοίων τους, σύμφωνα με την οποία όταν δύο από αυτούς είναι ζευγάρι και αποδείξουν ότι αγαπιούνται, τους δίνουν αναβολή

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο χρόνος, ο τόπος και το όλο πλαίσιο της ιστορίας: σε αντίθεση με την πιο συμβατική επιλογή για ένα τέτοιο θέμα, δηλ. την τοποθέτηση στο μέλλον, ο Ισιγκούρο τόλμησε να βάλει την ιστορία του στο σήμερα (για την ακρίβεια η αφήγηση τελειώνει στη δεκαετία του 90) και στην πραγματική Βρετανία, δοσμένη με κατάλληλες επιλογές: τοπία με μεγάλες επιφάνειες, άδειοι δρόμοι, κτίρια ιδιότυπα με έντονη εικαστική σφραγίδα. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι, ενώ ο κόσμος των κλώνων μας είναι γεμάτος φως, οι (λίγες) σκηνές των «κανονικών» ανθρώπων είναι βυθισμένες στο ημίφως ή το σκοτάδι.


Τέλος, δεν δίνεται (προφανώς επίτηδες ) σαφής εικόνα του κοινωνικού συστήματος. Η κάποια ευπρεπής ένδεια σε καταναλωτικά αγαθά μπορεί να ερμηνευθεί είτε ως στοιχείο της ζωής των κλώνων, σε σχέση με τους «κανονικούς», είτε και ως στοιχείο του ίδιου του συστήματος: θα μπορούσε να είναι ένα «σοσιαλιστικό» σύστημα, ή ένας ουτοπικός συνδυασμός και των δύο ως τώρα συστημάτων. (Στις Αγροικίες π.χ. η θέρμανση είναι πολυτέλεια, αλλά τα βιβλία άφθονα). Γενικά ο συγγραφέας αφαιρώντας μάλλον παρά προσθέτοντας στοιχεία, δίνει στον κόσμο του καθολικότητα κι ένα ελαφρώς «καφκικό» στοιχείο.

Οι τρεις χαρακτήρες


Η Κάθυ είναι η ντόμπρα, φιλαλήθης κοπέλα, που εξετάζει τα πάντα υπό το πρίσμα της εντιμότητας, του μέτρου και της έλλογης, ήρεμης αγάπης. Ο αναγνωρίσιμος αλλά καθόλου ασήμαντος χαρακτήρας της μας εμπνέει όχι μόνο συμπάθεια αλλά θα λέγαμε και σεβασμό, με την ευφυΐα και την ηθική της συγκρότηση, την ανεπτυγμένη αλλά και νοηματοδοτημένη μέσα σε αυτά τα τρομακτικά για μας πλαίσια.

Ο Τόμυ είναι ο άντρας που «παραμένει πάντα παιδί». Καλόκαρδος και ευαίσθητος, ειλικρινής, με μοναχικές τάσεις που τον κάνουν θύμα «καψονιών» στο σχολείο, αλλά και ξαφνικούς ανεξέλεγκτους θυμούς. Είναι γλυκός ως το τέλος, συνάπτει τις ερωτικές του σχέσεις μάλλον ..αφηρημένος, ακολουθώντας τις πρωτοβουλίες που παίρνουν οι γυναίκες και γενικά είναι ο πιο αχνός χαρακτήρας από τους τρεις. Η γλυκύτητά του αυτή τον κάνει κατάλληλο για ένα «τρίγωνο» στο οποίο το διεκδικούμενο (ο άντρας) δεν είναι αντικείμενο πόθου (όπως παραδοσιακά θα ήταν μια γυναίκα) αλλά α γ ά π η ς.

Η Ρουθ τέλος είναι η κλασική ψεύτρα: ως παιδί φτιάχνει έναν κόσμο φανταστικό μέσα στον οποίο ζει και στον οποίο θέλει να κατευθύνει και τους άλλους. Μεγαλώνοντας γίνεται η τυπική περίπτωση του ανθρώπου που ζει «με την εικόνα του», την οποία πλάθει συστηματικά αντιγράφοντας συμπεριφορές. Το γοητευτικό είναι ότι η ψεύτρα Ρουθ είναι εξ ίσου συμπαθής με την ειλικρινή Κάθυ: δύο πλευρές της ανθρώπινης φύσης που στέκονται ισότιμα και αγωνίζονται να υπάρξουν.

Επιπλέον η Ρουθ είναι ο αγαπημένος μου χαρακτήρας, γιατί μεταστρέφεται στη διάρκεια της ιστορίας: λίγο πριν ολοκληρώσει αποκαλύπτει ότι, όντας ήδη δότρια, κατάφερε με μεγάλη προσπάθεια να βρει τη διεύθυνση της Μαντάμ, για να μπορέσουν ο Τόμυ και η Κάθυ (αυτή που έπρεπε κανονικά να είναι με τον Τόμυ) να ζητήσουν την περίφημη αναβολή. Και το πιο συγκλονιστικό είναι πως αυτή η προσφορά γίνεται λίγο μετά αφότου η Κάθυ –που δεν μασάει τα λόγια της- την έχει «μαλώσει» γιατί δεν κυνήγησε το όνειρό της: η Ρουθ από τις Αγροικίες ονειρευόταν να δουλέψει σε γραφείο. (Ένα όνειρο σχεδόν ουτοπικό, κανένας κλώνος ως τότε δεν το είχε κάνει)
Η Ρουθ λοιπόν, η ψεύτρα Ρουθ, δεν κυνήγησε το δικό της όνειρο, αλλά κυνήγησε (ίσως με μεγαλύτερη προσπάθεια) τη διεύθυνση της Μαντάμ, για τον Τόμυ και την Κάθυ..


Γύρω από τους τρεις κινούνται χαρακτήρες δευτερεύοντες ή σκιώδεις, είτε κλώνων είτε «κανονικών», με πιο ενδιαφέροντα αυτόν της δεσποινίδας Λούσυ, μιας δασκάλας με «μοντέρνες» απόψεις, και πιο μυστηριώδη αυτόν της Μαντάμ. Αλλά όλο το βιβλίο έχει χτιστεί πάνω στους τρεις -πράγμα που μας θυμίζει ότι τα γερά συγκροτημένα βιβλία δεν χρειάζονται πολλά πρόσωπα.


Το πολυβασανισμένο θέμα της αγάπης τώρα, στέκεται με το κεφάλι ψηλά, χάρη σε μερικά στοιχεία που το ζωηρεύουν:
1) Οι τρεις ήρωες είναι φίλοι από μικροί. Έτσι ο συγγραφέας έχει από την αρχή ως υλικό την αγάπη στην πλατιά και βασική της έννοια, και όχι τον «έρωτα». Η Κάθυ αγαπάει τη Ρουθ, δεν την ανταγωνίζεται, και το τρίγωνο έχει αυτή την εύθραυστη αλλά τόσο ενδιαφέρουσα ποιότητα των πολύπλοκων σχέσεων που μοχθούν να κάνουν οι άνθρωποι-μονάδες στη σύγχρονη κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως το σχήμα παραπέμπει σε οικογένεια, με σχέσεις όχι μόνο αδερφικές αλλά και υποσυνείδητα μητρικές: η Κάθυ από μικρή προστατεύει τον Τόμυ με τρυφερότητες όπως «θα λερώσεις το καλό σου πόλο». Όταν η Ρουθ διεκδικεί τον Τόμυ, η Κάθυ, που τον αγαπάει πιο αληθινά από τη Ρουθ επειδή γενικά η Κάθυ αγαπάει πιο αληθινά, τη ρωτάει: «Ενδιαφέρεσαι πραγματικά για τον Τόμυ;» Μέσα στην παράξενη συνθήκη του βιβλίου, η έμμεση αυτή επίκληση του οιδιπόδειου (ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνώρισαν γονείς κι όμως σχηματίζουν το δικό τους «σύμπλεγμα») ζυμώνεται μαζί με άλλα γνωστά υλικά της αγάπης για να δώσει ένα πλέγμα συναισθημάτων πολύ ζωντανό και πειστικό.
2) Το σεξ υποβαθμίζεται: δεν είναι παρά το παιχνίδι του πόθου, ο ανταγωνισμός των επιδόσεων, το μέσο της εξουσίας. (Η Ρουθ λέει ψέματα στην Κάθυ για τις δικές της εμπειρίες στο σεξ, για να φανεί καλύτερη, ανώτερη). Μάλιστα σε αρκετά σημεία αντιμετωπίζεται με χιούμορ από την αφηγήτρια, ειδικά όταν θυμάται τα σχολικά χρόνια. Μόνο στο τέλος, στη σχέση Τόμυ και Κάθυ, το σεξ τυλίγεται με την τρυφερότητα και οικειότητα των ανθρώπων που πραγματικά αγαπιούνται, αλλά μαζί με κάποια θλίψη, για λόγους προφανείς..
3) Ο συγγραφέας μας βάζει ακόμα και μπροστά στο ερώτημα σε τι χρησιμεύει η αγάπη: υπάρχουν κάποιες στιγμές κραυγών, όταν οι δυο ήρωες νιώθουν την ανημπόρια τους μπροστά στο αναπόφευκτο:

«Κι έτσι μείναμε να στεκόμαστε στην άκρη εκείνου του απόκρημνου χωραφιού, βουβοί κι αγκαλιασμένοι, με το χρόνο να έχει λες σταματήσει, ενώ ο άνεμος φυσούσε, παραδέρνοντας τα ρούχα μας και για μια στιγμή ήταν σαν να είχαμε αρπαχτεί έτσι ο ένας απ’ τον άλλον, επειδή αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να μην παρασυρθούμε στο πουθενά».

Βεβαίως –και αναμενόμενο- η αξία της αγάπης φαίνεται ακριβώς εκεί, σταγόνα σταγόνα, με τη δύναμη που δίνουν ο ένας στον άλλον. Το εντυπωσιακό: με τη δύναμη που δίνει ο Τόμυ –ετοιμοθάνατος στην ουσία- στην Κάθυ –ακόμα υγιή και με αρκετή ζωή μπροστά της- για να αντέξει την ..κούραση από τη δουλειά της συνοδού! Καθότι (μία ανάγνωση) η αγάπη, ως ταύτιση με τον άλλον, ανοίγει παράθυρο, δίνει δύναμη και προοπτική, σ’ αυτόν που αγαπάει.

Θα είχαν όμως αυτή τη δύναμη και την ικανότητα της αγάπης αν δεν είχαν ζήσει όπως έζησαν ως παιδιά; Αν οι προσωπικότητές τους, οι αξίες τους και οι σχέσεις τους δεν είχαν νοηματοδοτηθεί και ισχυροποιηθεί από πολύ νωρίς; από το Χέιλσαμ;


Τι είναι λοιπόν στα αλήθεια το Χέιλσαμ;


Θεωρούμενο στο πλαίσιο της ιστορίας είναι βεβαίως ένα εκπαιδευτικό σύστημα, μάλιστα υπάρχει στο βιβλίο και διαλεκτική πάνω σε αυτό –πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται οι κλώνοι. («Πρέπει να λέμε όλη την αλήθεια στα παιδιά»;) Ως εκπαιδευτικό σύστημα προοριζόταν να κάνει ό,τι κάθε τέτοιο σύστημα: να τους προσαρμόσει στο ρόλο τους. Όμως, προετοιμάζοντάς τους, καλλιέργησε μυαλά και ψυχές. Όταν η Κάθυ και ο Τόμυ πηγαίνουν να συναντήσουν τη Μαντάμ για την αναβολή, συναντούν μαζί και την παλιά τους δασκάλα Μις Έμιλυ, που τους λέει ακριβώς αυτό. Έπειτα τους εξηγεί πώς άλλαξαν τα πράγματα, και πια το Χέιλσαμ και τα παρόμοια ιδρύματα έκλεισαν: οι νεότεροι κλώνοι ανατρέφονται πια στη σκιά, σαν σκουπίδια.
Το Χέιλσαμ λοιπόν θεωρούμενο στο πλαίσιο της ιστορίας είναι ενα εκπαιδευτικό σύστημα, μα θεωρούμενο αυτόνομα είναι κάτι παραπάνω: η αλληγορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Ό,τι έδωσε στην Κάθυ, τον Τόμυ και τη Ρουθ τις αξίες τους, την ευγένεια, την ανθρωπιά. Ό,τι τους έκανε ικανούς να αγαπούν και να στηρίζουν ο ένας τον άλλο. Ό,τι τους γέμισε το χ ρ ό ν ο με ενδιαφέροντα. Και ό,τι έκανε να ξυπνήσει στη Ρουθ το μεγαλείο της γενναιόδωρης πράξης –που δεν ήταν μόνο προσφορά, μα ό,τι χάρισε και στην ίδια, στο χρόνο της ως δότρια (στην πορεία προς το θάνατο) νόημα, περιεχόμενο και σκοπό. Το Χέιλσαμ (η μόρφωση και ο πολιτισμός) δίνει σε όλους εμάς που, κλώνοι ή όχι, είμαστε απλώς κάποια λίγο περίπλοκα πολυκύτταρα όντα, τα π ά ν τ α. Την δυνατότητα να είμαστε άνθρωποι.
Και ίσως κάτι ακόμα (μέσα στα τόσα) να ήθελε να πει ο συγγραφέας, όταν λέει ότι τα Χέιλσαμ έκλεισαν πια…

α) Ευκολοδιάβαστο και –ναι! –αναγνωστικά ευχάριστο. β) Με άπειρες προεκτάσεις ερμηνείας και άπειρες πιθανές διαβαθμίσεις στη θερμοκρασία προσέγγισης (Από το να το διαβάσετε ως science fiction, μέχρι να σας προκαλέσει ψυχοσωματικά συμπτώματα) γ) Εγγυημένα α ξ έ χ α σ τ ο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: