20/2/11

Κάτω τα χέρια από την παραλογοτεχνία μου!


Παραλογοτεχνία ονομάζεται η παραγωγή μυθιστορημάτων (σε συντριπτικό ποσοστό, αλλά και κάποιων "θεατρικών", και ίσως άλλων ειδών) που, θεωρητικά και βάσει των ηθών της αγοράς, έχουν εκ των προτέρων εξασφαλίσει αναγνωσιμότητα, λόγω του κατά το μάλλον ή ήττον επιτυχούς συνδυασμού παντοειδών κλισέ. (Γλωσσικών, θεματικών, δομικών, ιστορικών, ψυχολογικών, "ιδεολογικών" κλπ). Αν και δεν έχω δοκιμάσει να γράψω, φαντάζομαι ότι για τον πρωτάρη η συγγραφή τους δεν θα ειναι και piece of cake. Θα θέλει μια δομή, μια ιστορία, μια ευχέρεια στη γλώσσα και αρκετή δουλειά. Ίσως μάλιστα να θέλει περισσότερη δουλειά από ένα κείμενο "ποιητικού" λόγου, όπου ο συγγραφέας γράφει αυθόρμητα τις σκέψεις του και μετά το "χτενίζει" λιγάκι. Γιατι λοιπόν δεν είναι λογοτεχνία;

Κρατώντας προς το παρόν την ερώτηση, προσωπικά ούτε το κείμενο "ποιητικού" λόγου θεωρώ λογοτεχνία. Μια σαχλαμάρα το θεωρώ. Το αν εντάσσεται ή όχι στην παραλογοτεχνία ίσως έχει να κάνει με το πόσο εχουμε ασχοληθεί σοβαρά με αυτήν. Άλλωστε, η απαξίωση "σαχλαμάρα" δεν απευθύνεται στην παραλογοτεχνία -αλλά απλώς στην κάθε ..σαχλαμάρα. Ειναι όμως η παραλογοτεχνία σαχλαμάρα;

Προσωπική απάντηση: ΚΑΘΟΛΟΥ! Είναι μια σοβαρή δ ο υ λ ε ι ά, που γίνεται ευσυνείδητα (φαντάζομαι!) από επαγγελματίες. Του ε ί δ ο υ ς. Δεν κατέχω τα μυστικά της. Μερικά από αυτά παρουσιαζει η καναδέζα συγγραφέας Μάργκαρετ Ατγουντ στο μυθιστόρημά της "Η διπλή ζωή της Τζόαν Φόστερ", όπου η συγγραφέας ηρωίδα επιδίδεται, με τη βοήθεια μέντορα (διάσημης συγγραφέως ροζ βιβλίων και στην πραγματικότητα ..ηλικιωμένου άντρα) στη συγγραφή τέτοιων έργων και μάλιστα με "ιστορικές" απαιτήσεις. Μας περιγράφει πώς συλλέγει από τις βιβλιοθήκες στοιχεία για το ντύσιμο, την επίπλωση, τα φαγητά και το λεξιλόγιο "εποχής" και πώς γεμίζει συστηματικά τα κέιμενά της με αυτά, αφού πρώτα φτιάξει τη βασική υπόθεση -που είναι περίπου η ίδια σε όλα τα βιβλία.

Εκείνο που κατέχω, και μπορώ να πω χωρίς ενοχές είναι η α π ό λ α υ σ η από την ανάγνωση παραλογοτεχνίας: Αγκάθα Κρίστι, Νταν Μπράουν (στην αρχή, μετά τον βαρέθηκα), πάσης φύσεως σύγχρονα αστυνομικά, η τριλογία του Στιγκ Λάρσον με την υπέροχη Λίζμπετ, βαμπιροϊστορίες, γκόθικ, κατασκοπικά παλιότερα. Όλα έχουν περάσει από το..κρεβάτι μου και υπήρξαν συμπαραστάτες σε αρρώστιες, μοναξιά και καταθλίψεις, αλλά και όποτε ήθελα "να μη σκέφτομαι", ή, για την ακρίβεια, "να σκέφτομαι χωρίς να σκέφτομαι", δηλαδή σαν να λύνω ένα σταυρόλεξο ή ένα σουντόκου, αλλά να μην πονοκεφαλιάζω για δύσκολα, καινούργια προβλήματα. Το μόνο είδος που ποτέ δεν διάβασα είναι τα λεγόμενα γυναικεία, τα ροζ. Αλλά αυτό δεν έχει σχέση με τη στάση μου απέναντι στην παραλογοτεχνία. Έχει σχέση μάλλον με το τι ιστορίες μου φαίνονται διασκεδαστικές, δηλ με την ψυχοσύνθεσή μου, όχι τη λογοτεχνική μου κουλτούρα.

Λογοτεχνική κουλτούρα;

Μα ναι, νομίζω ότι μπορώ κι εγώ να δοκιμάσω να πω, εμπειρικά, ποια είναι η διαφορά λογοτεχνίας και παραλογοτεχνίας. Οι ειδικοί τα διατυπώνουν αψογα, αλλά εγώ μπορώ να σας πω εκ πείρας τα ίδια πράγματα διατυπωμένα άγαρμπα μεν, από καρδιάς δε:

Πρώτον και σπουδαιότερον: η παραλογοτεχνία δεν σου αφήνει απολύτως τίποτα. Μα τίποτα! το αντίθετο, ειναι σαν ..πρέζα! Μόλις τελειώσει το ένα θέλεις αμέσως το άλλο, γιατί δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο να σταθείς! Μα τίποτα! Ακόμα και έργα σαν της Κρίστι (που έχει μεγάλη ψυχολογική ευστοχία) ή του Λάρσον (που έχει φτιάξει εναν αξιαγάπητο και αξέχαστο χαρακτήρα, τη Λίζμπετ Σαλάντερ) δεν λένε τίποτα, γιατι τα στοιχεία αυτά μπαίνουν απλώς στην υπηρεσία της "υπόθεσης"। Η παραλογοτεχνία ειναι, όλη κι όλη, μια "υπόθεση". Δεν έχει "θέμα". Δεν ρωτάει για τίποτα! Οι "αποκαλύψεις" της είναι μόνο ζήτημα πλοκής, εσωτερικής τεχνικής. Συχνά φαίνονται να είναι "προβληματισμός"πάνω στην ανθρώπινη φύση ή την εξουσία, μα κι αυτά είναι επαναλήψεις έτοιμων κλισέ, που ποτέ δεν μπαίνουν στο μικροσκόπιο. Μάλιστα οσο πιο άθικτα μένουν, τοσο "καλύτερο" είναι το βιβλίο. Το στοιχείο του καινούργιου, της φρέσκιας σκέψης, της διαφορετικής, της παρεκκλίνουσας, της πρωτοποριακής, της εν δυνάμει, ειναι καταστροφικό για την παραλογοτεχνία. Ο,τι "καινούργιο" φαίνεται να υπάρχει είναι στην πραγματικότητα έτοιμο ως τέτοιο ("καινούργιο") από το περιβάλλον, τον μιντιακό μεσο όρο. (π.χ:" και οι ομοφυλόφιλοι εχουν δικαιώματα"!)

Δεύτερον όμως: η παραλογοτεχνία δεν εκλαμβάνεται από όλους ως τέτοια: για να εκληφθεί, θα πρέπει να ξέρει ο αναγνώστης Τι Είναι Λογοτεχνία, κι αυτό δεν ορίζεται μόνο σε αντίστιξη με την παραλογοτεχνία. Ορίζεται από μια σειρά στοιχείων που απαιτούν παιδεία και που δεν είναι καν πάντα σταθερά για κάθε εποχή, σχολή, κοινωνική ομαδα. Ωστόσο το γενικό της γνώρισμα είναι, νομίζω, οτι η λογοτεχνία ειναι είδος τ έ χ ν η ς. Με μεθόδους που μοιάζουν άλλοτε με της ποίησης, αλλοτε με της αφηγηματικής τέχνης κι άλλοτε με του δοκιμίου(αλλά και του θεάτρου, του σινεμά, ακόμα και της ζωγραφικής και της μουσικής) θέτει μ έ σ ω της υπόθεσης ένα σημαντικό θέμα της ανθρώπινης φύσης, κοινωνίας, ύπαρξης, ατομικό ή συλλογικό, σύγχρονο ή διαχρονικό και το διερευνά ξ ε θ ε μ ε λ ι ώ ν ο ν τ ά ς το από τις συμβάσεις και πηγαίνοντάς το προς κάποιες κατευθύνσεις, είτε νεες, είτε παλιές αναθεωρημένες. Η λογοτεχνία απαιτεί δημιουργό χωρίς κλισέ. Όποιο θέμα και να παρουσιάζεις, ακομα και μια συμβατική ιστορία, το μυαλό σου είναι πλυμένο από τις αντιλήψεις που έχεις ως κοινωνικό ον, εθνικό υποκείμενο, τάξη, ηλικία. Φτιάχνεις τον κόσμο από την αρχή, ακόμα κι αν τελικά τον φτιάχνεις ίδιο. Μοιραία λοιπόν στην πορεία θα φύγεις από τα κλισέ, ή θα τα χρησιμοποιήσεις ειρωνικά, ανατρεπτικά. (Γι αυτό και ο αυθόρμητος "ποιητικός" λόγος ειναι μια σαχλαμάρα: ο λογοτέχνης δεν ειναι αυθόρμητος. Π α ρ ι σ τ ά ν ε ι, υποκρίνεται -με τη θεατρική έννοια- τον αυθόρμητο). Αλλά για να πετύχει στην πρόσληψή του αυτό, θέλει εκπαιδευμένο αναγνώστη: άνθρωπο που του αρέσουν οι ανατροπές, γυμνασμένο να σκέφτεται χωρίς κλισέ, να διαβαζει με το μυαλό (ΟΧΙ μόνο "με την καρδια"), να αποστασιοποιείται, για να ταυτιστεί μετά με τη νέα συγκίνηση. Άνθρωπο που αντιλαμβάνεται την πολυσημία, άρα τη δυνατότητα επανανάγνωσης, και κυρίως άνθρωπο που ΔΕΝ αποζητά επιβεβαίωση και απαντήσεις.

Για να ξαναγυρίσουμε, αυτο το τελευταίο -με τις απαντήσεις- ειναι και μια ακόμα παραλογοτεχνική παγίδα: αν το παραλογοτέχνημα σε "μαθαίνει', δηλ σου δίνει πληροφορίες για το πώς δουλεύει πχ το Βατικανό και οι σωματέμποροι της Σουηδίας, νομίζεις ότι σε "μορφώνει', και άρα είναι λογοτεχνία. Γιατί οι πιο πολλοί αναγνώστες παραλογοτεχνίας αγνοούν οτι δεν είναι δουλειά της λογοτεχνίας αυτή (να σε "μορφώνει", υπό την έννοια ότι σε πληροφορεί) και ότι μόνο για να χτίσει τον αληθοφανή κόσμο του ο λογοτέχνης χρησιμοποιεί τα ιστορικά/πραγματολογικά/εγκυκλοπαιδικά στοιχεία.

Για να συνοψίσω με κάποιο τρόπο, κεντρικό θέμα της λογοτεχνίας είναι ο άνθρωπος όχι ως δεδομένο (όπως στην παραλογοτεχνία), αλλά ως ανατροφοδοτούμενο διαρκές αίνιγμα। Από την πλευρά του, ο αναγνώστης λογοτεχνίας είναι ανοιχτός άνθρωπος, αρέσκεται στα αινίγματα.

Ένα άλλο στοιχείο της λογοτεχνίας ειναι οτι αποτελεί ενα αυτόνομο κόρπους αξιών και ιδεών, που όχι μόνο δεν αντέχει τα κλισέ, αλλά απορρίπτει και την επανάληψη του εαυτού της. Το τελείως αντίθετο ισχύει για την παραλογοτεχνία: στηρίζεται στην επανάληψη. Ο συγγραφέας παραλογοτεχνικών έργων δεν επιτρέπεται να αλλάξει, να προχωρήσει, να πειραματιστεί. Ο αναγνώστης του θέλει, σαν το παιδάκι που διαβάζει Μίκυ Μάους, να νιώσει χαρά μεσα στην ασφάλεια του γνωστού και του αναμενόμενου. (Δεν θέλω μια "άλλη" Αγκάθα Κρίστι, αλλά βαριέμαι τον" ίδιο" Μάρκες) Η λογοτεχνία προχωράει παρακάτω, ακόμα κι αν η κοινωνία δεν προχωράει. Και μάλιστα στην εποχή μας που η κάθε "εθνική" λογοτεχνία είναι υπό συζήτηση, οφείλει να προχωράει, βάσει της εσωτερικής δυναμικής της, ακομα κι αν η γενέτειρα κοινωνία ειναι απελπιστικά πίσω. Το κενό (δηλ. την εμμονή στο πίσω) μπορεί μια χαρά να καλύψει η παραλογοτεχνία! (Γι αυτό ίσως στην Ελλαδα έχουμε όλο και πιο πολύ λογοτεχνία με χαρακτηριστικά παραλογοτεχνίας, αν και οι φανατικοί φίλοι της δεύτερης δεν ξεγελιούνται! Μυρίζονται τις απόπειρες προβληματισμού από μακριά. Και από έναν τετριμμένο και επαναλαμβανόμενο προβληματισμό-Τι κακοί που ήταν οι χίτες- προτιμούν την ηδονή του αυθεντικού θεληματικού πηγουνιού).

Επομένως;

Επομένως η παραλογοτεχνία είναι ενα προϊόν που μπορεί κατά περίπτωση να τέρψει ή και να "μορφώσει" (ελλείψει άλλων ερεθισμάτων) και δεν είναι άχρηστο, ουτε σαχλαμάρα, όταν γράφεται με σοβαρότητα από επαγγελματίες και ακολουθεί μια τεχνική. Απλώς, δεν είναι λογοτεχνία.

Το κοινό, επίσης, της παραλογοτεχνίας μπορεί να είναι μικτό (δηλ. να διαβάζει κ α ι λογοτεχνία και να αντιλαμβάνεται τη διαφορά) ή μπορεί να ειναι αμιγές. Η προσωπική μου πείρα λέει ότι και το αμιγές παραλογοτεχνικό κοινό κάποιας μόρφωσης και ευφυίας γνωρίζει τη διαφορά με την αληθινή λογοτεχνία και έχει κάνει συνειδητή επιλογή. Δεν ενδιαφέρεται για το είδος της βαθύτερης και ανήσυχης ψυχαγωγίας που προσφέρει η αληθινή λογοτεχνία και το αρνείται σταθερά και εν γνώσει της. Μάλιστα, έχει και προτιμήσεις παραλογοτεχνικές (Η Εύα Ομηρόλη π.χ. έχω ακούσει ότι θεωρείται "δύσκολη" παραλογοτέχνις: ειναι γεμάτη "φιλοσοφικά" τσιτάτα δοκιμιακού τύπου, που κουράζουν αρκετές αναγνώστριες. Αλλά την προτιμούν οι πιο "διανοούμενες").

Επι τη ευκαιρία, βρίσκω άδικη την επίμονη επίθεση στα γυναικεία παραλογοτεχνικά και αρκετά φαλλοκρατική: η αντρική παραλογοτεχνία ειναι αστείρευτη σε συντηρητικά κλισέ και φασιστικές/θεοκρατικές/μεταφυσικές ανοησίες, π ρ α γ μ α τ ι κ έ ς ανοησίες, ακόμα και κατά τη (σωστή επί του προκειμένου) κρίση γυναικών που διαβάζουν τις ροζ ιστορίες "έρωτα". Οι μεγαλομανείς μα αμόρφωτοι συνωμοσιολόγοι άντρες είναι απίστευτο τι ανεκδιήγητες μπούρδες διαβάζουν, και τις συζητάνε και στα σοβαρά!

Αν και το θέμα τέλος ειναι κάπως ειδικό, θα ήθελα να προσθέσω ότι, τουλάχιστον γλωσσικά, η ελληνική λογοτεχνία εχει πια αναπτύξει κι αυτη πολλά κλισέ, και καμιά φορά η αφηγηματική απλότητα της παραλογοτεχνίας (ονομαζόμενη περιφρονητικά "διεκπεραιωτική"), όταν δεν εκνευρίζει με τη λεπτομερή απόδοση του καναπέ ΙΚΕΑ (βλέπε Λάρσον)μπορεί να είναι γλωσσικά ανανεωτική. Η νεοελληνική λογοτεχνία άλλωστε πάσχει από πληθώρα κοσμητικών και τσαχπίνικων περιφράσεων και υστερεί σε ακριβολογία.

Δεν νομίζω πως η ενοχοποίηση της ανάγνωσης της παραλογοτεχνίας βοηθάει υπέρ της λογοτεχνίας. Η ανάγνωση ειναι χαρά। Η αληθινή λογοτεχνία άλλωστε δεν έχει αντίζηλο: είναι ένας εραστής παντοτινός, που δεν τον ξεχνάς, που τον ερωτεύεσαι ακόμα κι αν δεν ξερεις γιατί, έστω και για ένα μονο στοιχείο του, που το θυμάσαι λάθος ή που το εχεις εσυ ερμηνεύσει όπως θέλεις. Υπάρχουν βιβλία λογοτεχνίας που μας έμειναν αξεχαστα ακόμα κι αν δεν τα καταλάβαμε, όπως υπάρχουν εραστές που δεν ξεχάσαμε ποτέ, ακόμα κι αν δεν κάναμε ποτέ έρωτα μαζί τους. Αλλά η ικανότητα να ερωτευθούμε με αυτό τον ιδανικό τρόπο εχει καλλιεργηθεί στην ψυχή μας πριν γνωρίσουμε τον εραστή. Και δεν αποκλείει καθόλου τους ευκαιριακούς εραστές "για πλάκα" ή "για να ξεχνάμε"! Αρκεί, σεβόμενοι ό,τι ακριβώς μας προσφέρουν, να μην τους παίρνουμε στα σοβαρά।

Συμπερασματικά: η ζωή είναι χαρά, διαβάστε ό,τι θέλετε. Αλλά, όπως δεν λέτε "τον ερωτεύτηκα" για τον ευκαιριακό εραστή, μη λέτε "διάβασα ένα βιβλίο"! Πείτε απλώς και ελεύθερα: "Διάβασα μια Λένα Μαντά"!

4 σχόλια:

Johnny Panic είπε...

Απολαυστικότατο το κείμενό σου! Μια που δεν έχω facebook να το ανεβάσω,θα το στείλω στις email επαφές μου,αν και μερικοί θα πάθουν εγκεφαλικό διαβάζοντας πως η Αγκάθα Κρίστι ανήκει κατά τη γνώμη σου(και μου) στην παραλογοτεχνία. Συμφωνώ με όσα γράφεις,αν και προσωπικά,όταν θέλω να ναρκώσω τη σκέψη μου,ομολογώ πως προτιμώ μια τηλεοπτική σειρά και όχι ένα μετριότατο κείμενο κι αυτό γιατί δεν πιστεύω πως το βιβλίο καθαυτό στέκεται απαραίτητα ψηλότερα από την εικόνα,στεφανωμένο με τις δάφνες του πολιτισμού.

Καίριες οι διακρίσεις που έκανες,αλλά το πρόβλημα κατά τη γνώμη μου είναι ότι οι ίδιοι οι συγγραφείς της παραλογοτεχνίας θέλουν και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο.Πωλήσεις Μπράουν και αναγνώριση λογοτεχνικής αξίας επιπέδου Κάφκα(ουπς,αυτό δεν ποθούν όλοι οι συγγραφείς έτσι κι αλλιώς;).Ε,δεν κάνεις Τέχνη κυρά μου,πάρ’το απόφαση και keep working! Επιπλέον νομίζω πως έχει παρεξηγηθεί το ζήτημα της συγκίνησης.Σου λέει,μα το «Νησί» της Χίσλοπ με άγγιξε,με συγκλόνισε,με έκανε να κλάψω.Ε,και; Κι εγώ κλαίω με τη Μανταλένα,τι πάει να πει αυτό,ότι είναι Μπέργκμαν; Η συγκίνηση της αληθινής λογοτεχνίας δεν είναι δακρυχαρής,είναι σύνθετη και πολυεπίπεδη (διανοητική,αισθητική,ψυχική,για να το θέσω σχηματικά),οπότε ας μην την μετράνε(δυστυχώς,οι γυναίκες περισσότερο) βάσει της ποσότητας των λασπωμένων χαρτομάντηλων. Παρεμπιπτόντως,ειδικά οι άντρες έχουν ένα κόλλημα με τις «Ιδέες» ή είναι…ιδέα μου;

Johnny Panic είπε...

Ένα άλλο σημείο,σχετικά με το «ψεύδος» της ποίησης,της λογοτεχνίας εν γένει.Πόσο δίκιο έχεις! Αυθόρμητη τέχνη δεν μπορεί να γίνει κι εγώ τουλάχιστον δε θέλω να γίνει,γιατί απλούστατα δε θα είναι Τέχνη.Ακόμα και αν δεχτούμε πως κάτι τέτοιο συνέβη με το dada,ας είμαστε ειλικρινείς,μας έχει κερδίσει στ’αλήθεια κάποιο ντανταιστικό ποίημα ή έργο τέχνης γενικότερα; Εγώ νομίζω ότι μας συγκινεί το διανόημα πίσω απ’αυτό,ΑΝ μας συγκινεί κι αυτό.Λοιπόν,Τέχνη χωρίς επεξεργασία γιοκ,λογοτέχνης δίχως προσωπείο,γιοκ επίσης.Ειδικά η λογοτεχνία που χρησιμοποιεί λέξεις,δεν μπορεί παρά να παίζει το παιχνίδι των μεταμφιέσεων και της απάτης –και γι’αυτό είναι αληθινή,επειδή ακριβώς υποδύεται,όχι επειδή «βασίζεται σε αληθινή ιστορία»(χοχοχο).

Johnny Panic είπε...

Θα σταθώ ακόμη στην τελευταία παράγραφο,που μου άρεσε ιδιαίτερα,εφόσον υποστηρίζω σθεναρά πως η ανάγνωση λογοτεχνίας είναι πράξη ερωτική,όχι κατ’ανάγκην ευχάριστη,συχνά επώδυνη ή ακόμα και μαζοχιστική(όπως συχνά και ο έρωτας άλλωστε),αλλά οπωσδήποτε ηδονική και ζωτικής σημασίας για την ύπαρξή μου.Για τη δική μου ύπαρξη όμως,όχι για την ύπαρξη του κάθε ανθρώπου,γι’αυτό και τρομάζω στην νοσηρή ιδέα της καταναγκαστικής ανάγνωσης λογοτεχνίας.Πρόσφατα διάβασα μια λίστα με τα «20 βιβλία που πρέπει οπωσδήποτε να έχει διαβάσει κανείς μέχρι τα 25»!!! Εγώ δεν ήξερα καν ότι υπάρχουν βιβλία που ΠΡΕΠΕΙ να διαβάσουμε(και μάλιστα πριν τα 25!) και τώρα μαθαίνω όχι μόνο ότι υπάρχουν,αλλά ότι είναι και 20! Θεωρώ το παράδειγμα ενδεικτικό μιας εδραιωμένης νοοτροπίας που επιφορτίζει το άτομο με ένα επιπρόσθετο άγχος,αυτό της «καλλιέργειας» και κατά τούτο αναγνωρίζω ως υγιέστερο άνθρωπο αλλά ΚΑΙ αναγνώστη αυτόν που καταβροχθίζει μονάχα αστυνομικά παρά αυτόν που είναι έτοιμος να αδειάσει πάνω μου τον σκουπιδοτενεκέ της περιφρόνησής του επειδή δεν έχω αγγίξει ακόμα τον Οδυσσέα!



Ακόμη,καλά αυτά που λέμε για τα όρια λογοτεχνίας/παραλογοτεχνίας,αλλά επειδή συνήθως τα βιβλία δεν σωριάζονται με ευκολία στις δύο άκρες του «είτε-είτε»,αλλά βυθίζονται σε μια ενδιάμεση,τεράστια γκρίζα ζώνη,συμβαίνει να μπερδευόμαστε κι εμείς οι αναγνώστες και να βλέπουμε ένα έργο ενός θεωρούμενου παραλογοτέχνη να έχει σοβαρές αξιώσεις λογοτεχνίας ή αντιστρόφως(το αντιστρόφως μάλλον συχνότερο).Ίσως γιατί το έργο καμιά φορά ξεπερνάει ή αποβαίνει κατώτερο των προθέσεων του δημιουργού του.

Johnny Panic είπε...

Και μια που ξεπέρασα τα όρια μου(το πιο σχοινοτενές σχόλιο που έχω αφήσει σε ανάρτηση,αν δεν κάνω λάθος!) ας τα τραβήξω λίγο ακόμα ώστε να κλείσω με μια κινηματογραφική αναφορά που πιστεύω ότι θα σου αρέσει.Λοιπόν,στην ταινία του Αλμοδόβαρ «Το μυστικό μου λουδούδι» (La flor de mi secreto) η πρωταγωνίστρια είναι μια επαγγελματίας συγγραφέας ροζ μυθιστορημάτων,δεσμευμένη από συμβόλαια που της επιβάλλουν ακριβώς την «επανάληψη» που ανέφερες,προς τέρψη του καταβροχθιστικού κοινού και προς οικονομικό όφελος του εκδοτικού οίκου(και της ιδίας,βεβαίως).Όταν λοιπόν αποφασίζει να σπάσει τα δεσμά ώστε να γράψει επιτέλους σοβαρή λογοτεχνία,αντίστοιχη με αυτή μεγάλων γυναικών συγγραφέων όπως η Γουλφ,η υπόθεση που υφαίνει φαίνεται εξίσου παλαβή και παρτατραβηγμένη με αυτή των ροζ μυθιστορημάτων της.Σχόλιο του σκηνοθέτη για τα λεπτά όρια λογοτεχνίας/παραλογοτεχνίας,σοβαρού/ελαφρού κλπ ή σαφής υποβάθμιση της υπόθεσης προς χάριν του χειρισμού; (μια που ο ίδιος ο Αλμοδόβαρ σχοινοβατεί ανάμεσα στα δύο με άνισα αποτελέσματα και οι υποθέσεις των ταινιών θα προσφέρονταν θαυμάσια για κινηματογραφικά προΐοντα τρίτης κατηγορίας…)

Αυτά από μένα και συγνώμη για το πρήξιμο…