6/5/11

Τι είναι στα αλήθεια το Χέιλσαμ;


... Και παρόλο που εκείνος δεν ξαναζήτησε τη συμβουλή μου για τα σχέδιά του, του άρεσε να ζωγραφίζει μπροστά μου και συχνά περνούσαμε έτσι τα απογεύματά μας: εγώ καθισμένη στο κρεβάτι, διαβάζοντας ίσως μεγαλόφωνα, ο Τόμυ στο θρανίο, ζωγραφίζοντας. Μπορεί να είχαμε κατακτήσει την ευτυχία εάν τα πράγματα έμεναν έτσι για λίγο καιρό ακόμα. Αν αφήναμε να κυλήσουν περισσότερα απογεύματα με συζητήσεις, σεξ, διάβασμα και ζωγραφική. Αλλά καθώς τέλειωνε το καλοκαίρι και η υγεία του Τόμυ κόντευε να αποκατασταθεί, η πιθανότητα να έρθει ειδοποίηση για την τέταρτη δωρεά του μεγάλωνε ολοένα...




Καζούο Ισιγκούρο
"Μη μ' αφήσεις ποτέ"
Μτφ. Τόνια Κοβαλένκο
Εκδ. Καστανιώτης

Η βασική ιδέα

Η Κάθυ, ο Τόμυ και η Ρουθ είναι κλώνοι. Άνθρωποι κατασκευασμένοι in vitro, με μοναδικό προορισμό να δώσουν, σε μια σειρά το πολύ τεσσάρων "δωρεών", τα όργανά τους και μετά να ολοκληρώσουν. (Δηλ. να πεθάνουν). Ζουν σε μια ανθρωπότητα στην οποία όλες οι σοβαρές αρρώστιες έχουν νικηθεί με τις μεταμοσχεύσεις και οι «κανονικοί» άνθρωποι ζουν πάνω από εκατό χρόνια. Καθώς το πλαίσιο τίθεται από τις πρώτες σελίδες, ο Ισιγκούρο μας παρασύρει από την αρχή σε μια τεταμένη ανάγνωση, με αναβαπτισμένα στο χυμό της σημασίας τους και τα παραμικρά, τα πιο ασήμαντα νοήματα. Μέσω της αφήγησης της Κάθυ, μιας απόλυτα "φυσιολογικής", μορφωμένης νέας γυναίκας με λογική σκέψη και μεγάλη ευαισθησία στην ανάλυση των ανθρώπινων σχέσεων, «ξαναδιαβάζουμε» παρόμοια κείμενα που έχουμε στην αναγνωστική μας μνήμη και αναρωτιόμαστε για πρώτη φορά για το αληθινό τους νόημα. Διαβάζουμε έκπληκτοι, ρουφώντας μαζί με τους ήρωες κι εμείς τη ζ ω ή ως το μεδούλι, και όσο διαβάζουμε ξ έ ρ ο υ μ ε, αλλά (βλέποντάς το πολύ πιο ψύχραιμα) ξέρουν και οι ίδιοι οι ήρωες: ότι το κοντινό και αναπόφευκτο μέλλον τους είναι τα χειρουργικά κρεβάτια, οι πόνοι, το σταδιακό σακάτεμα κι ο θάνατος!
Όπως καταλάβατε, το εύρημα είναι πολύ αποφασιστικά χαραγμένο: δεν πρόκειται για ανθρώπους-θύματα, που κάποιοι τους εκμεταλλεύονται και που θα ήθελαν να ξεφύγουν. Η Κάθυ, ο Τόμυ και η Ρουθ, όπως και όλοι οι όμοιοί τους, έχουν απόλυτα αποδεχτεί τον προορισμό τους, για τον οποίο προετοιμάστηκαν από την εκπαίδευση. Είναι ο σκοπός της ύπαρξής τους: "Υποτίθεται ότι πρέπει να είμαστε καλοί δότες", λέει κάποια στιγμή η Ρουθ, και το "υποτίθεται" έχει εκείνη τη χροιά της νεανικής ανεμελιάς, που κατά βάθος δεν αμφισβητεί σοβαρά ή έμπρακτα. Όπως ας πούμε ένα μέσο κορίτσι θα έλεγε με ανάλαφρη ειρωνεία: "Υποτίθεται ότι πρέπει να γίνω καλή μητέρα".

Αφήγηση – πλοκή - πλαίσιο

Αφηγείται η Κάθυ, που υπήρξε δώδεκα χρόνια (πολλά) συνοδός, δηλαδή νοσηλεύτρια δωρητών και τώρα, στα 31 της, ετοιμάζεται να αρχίσει κι αυτή τις δωρεές. Η αφήγηση (γραμμική με μικρές παλινδρομήσεις), είναι απλή και ευκολοδιάβαστη αλλά και με αρκετά επεξεργασμένες φράσεις, ακόμη και λεπτό χιούμορ. Η ζωή των τριών ξεδιπλώνεται, λοιπόν, μέσω της Κάθυ, με μια απλή δομή, σε τρία μέρη:

α) Στο οικοτροφείο-σχολείο τους, το Χέιλσαμ. Από πιτσιρίκια μέχρι το τέλος της εφηβείας τους οι νεαροί κλώνοι ζούσαν στο οικοτροφείο, όπου, αν και δεν έβγαιναν ποτέ και η υγεία τους ήταν το βασικό μέλημα, δεν περνούσαν και άσχημα. Παρακολουθούμε τις φιλίες τους, τις παιδικές κι εφηβικές παρέες, γνωρίζουμε σταδιακά τους τρεις ήρωες. Στο Χέιλσαμ, εκτός των άλλων, ζωγράφιζαν πολύ και κάθε τόσο ερχόταν μια Μαντάμ και έπαιρνε τα καλύτερα έργα τους, για κάποια μυστηριώδη Γκαλερί. Εκεί επίσης, σε ένα παζάρι αντικειμένων (που έρχονταν σε κούτες απ’ έξω και στο οποίο ψώνιζαν με δικό τους «νόμισμα») η Κάθυ απόκτησε την κασέτα με το τραγούδι "Never let me go" (κλικ για να το ακούσετε)

β) Μετά το σχολείο τούς μοίραζαν (μαζί με όμοιούς τους από άλλα ιδρύματα) σε αγροκτήματα, για μια σταδιακή προσαρμογή στην έξω ζωή. Παρακολουθούμε τους τρεις (ο Τόμυ και η Ρουθ είναι ήδη ζευγάρι) στις Αγροικίες, σε επεισόδια που δείχνουν τη σταδιακή ενηλικίωσή τους, τις υπαρξιακές αναζητήσεις τους για αυτό που είναι, αλλά και τις ανταγωνιστικές σχέσεις, που δοκιμάζονται από τα καινούργια ερεθίσματα. Από εκεί φεύγουν ένας ένας για να εκπαιδευτούν ως συνοδοί, δηλ. νοσηλευτές των ήδη δωρητών. Το κεφάλαιο είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον: πολύ εύστοχα δοσμένες οι νεανικές ανησυχίες, που προσομοιάζουν με εκείνες φοιτητών σε ένα πανεπιστημιακό κάμπους.

γ) Τέλος αρχίζουν οι δωρεές. Χωρίζονται, και η Κάθυ, που γίνεται καλή συνοδός – δηλ. βοηθάει τους δωρητές «της» να είναι ήρεμοι- συναντά τυχαία μετά από καιρό τη Ρουθ, που έχει γίνει ήδη δότρια. Μαζί ξαναβρίσκουν τον Τόμυ. (Κι αυτός δότης). Σ αυτή τη φάση το ζευγάρι είναι η Κάθυ και ο Τόμυ, ενώ η Ρουθ ολοκληρώνει σύντομα. Η σημαντική στροφή στην αφήγηση γίνεται όταν η Κάθυ και ο Τόμυ αποφασίζουν να ακολουθήσουν μια φήμη που κυκλοφορεί μεταξύ των ομοίων τους, σύμφωνα με την οποία όταν δύο από αυτούς είναι ζευγάρι και αποδείξουν ότι αγαπιούνται, τους δίνουν αναβολή

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν ο χρόνος, ο τόπος και το όλο πλαίσιο της ιστορίας: σε αντίθεση με την πιο συμβατική επιλογή για ένα τέτοιο θέμα, δηλ. την τοποθέτηση στο μέλλον, ο Ισιγκούρο τόλμησε να βάλει την ιστορία του στο σήμερα (για την ακρίβεια η αφήγηση τελειώνει στη δεκαετία του 90) και στην πραγματική Βρετανία, δοσμένη με κατάλληλες επιλογές: τοπία με μεγάλες επιφάνειες, άδειοι δρόμοι, κτίρια ιδιότυπα με έντονη εικαστική σφραγίδα. Χαρακτηριστικό επίσης είναι ότι, ενώ ο κόσμος των κλώνων μας είναι γεμάτος φως, οι (λίγες) σκηνές των «κανονικών» ανθρώπων είναι βυθισμένες στο ημίφως ή το σκοτάδι.


Τέλος, δεν δίνεται (προφανώς επίτηδες ) σαφής εικόνα του κοινωνικού συστήματος. Η κάποια ευπρεπής ένδεια σε καταναλωτικά αγαθά μπορεί να ερμηνευθεί είτε ως στοιχείο της ζωής των κλώνων, σε σχέση με τους «κανονικούς», είτε και ως στοιχείο του ίδιου του συστήματος: θα μπορούσε να είναι ένα «σοσιαλιστικό» σύστημα, ή ένας ουτοπικός συνδυασμός και των δύο ως τώρα συστημάτων. (Στις Αγροικίες π.χ. η θέρμανση είναι πολυτέλεια, αλλά τα βιβλία άφθονα). Γενικά ο συγγραφέας αφαιρώντας μάλλον παρά προσθέτοντας στοιχεία, δίνει στον κόσμο του καθολικότητα κι ένα ελαφρώς «καφκικό» στοιχείο.

Οι τρεις χαρακτήρες


Η Κάθυ είναι η ντόμπρα, φιλαλήθης κοπέλα, που εξετάζει τα πάντα υπό το πρίσμα της εντιμότητας, του μέτρου και της έλλογης, ήρεμης αγάπης. Ο αναγνωρίσιμος αλλά καθόλου ασήμαντος χαρακτήρας της μας εμπνέει όχι μόνο συμπάθεια αλλά θα λέγαμε και σεβασμό, με την ευφυΐα και την ηθική της συγκρότηση, την ανεπτυγμένη αλλά και νοηματοδοτημένη μέσα σε αυτά τα τρομακτικά για μας πλαίσια.

Ο Τόμυ είναι ο άντρας που «παραμένει πάντα παιδί». Καλόκαρδος και ευαίσθητος, ειλικρινής, με μοναχικές τάσεις που τον κάνουν θύμα «καψονιών» στο σχολείο, αλλά και ξαφνικούς ανεξέλεγκτους θυμούς. Είναι γλυκός ως το τέλος, συνάπτει τις ερωτικές του σχέσεις μάλλον ..αφηρημένος, ακολουθώντας τις πρωτοβουλίες που παίρνουν οι γυναίκες και γενικά είναι ο πιο αχνός χαρακτήρας από τους τρεις. Η γλυκύτητά του αυτή τον κάνει κατάλληλο για ένα «τρίγωνο» στο οποίο το διεκδικούμενο (ο άντρας) δεν είναι αντικείμενο πόθου (όπως παραδοσιακά θα ήταν μια γυναίκα) αλλά α γ ά π η ς.

Η Ρουθ τέλος είναι η κλασική ψεύτρα: ως παιδί φτιάχνει έναν κόσμο φανταστικό μέσα στον οποίο ζει και στον οποίο θέλει να κατευθύνει και τους άλλους. Μεγαλώνοντας γίνεται η τυπική περίπτωση του ανθρώπου που ζει «με την εικόνα του», την οποία πλάθει συστηματικά αντιγράφοντας συμπεριφορές. Το γοητευτικό είναι ότι η ψεύτρα Ρουθ είναι εξ ίσου συμπαθής με την ειλικρινή Κάθυ: δύο πλευρές της ανθρώπινης φύσης που στέκονται ισότιμα και αγωνίζονται να υπάρξουν.

Επιπλέον η Ρουθ είναι ο αγαπημένος μου χαρακτήρας, γιατί μεταστρέφεται στη διάρκεια της ιστορίας: λίγο πριν ολοκληρώσει αποκαλύπτει ότι, όντας ήδη δότρια, κατάφερε με μεγάλη προσπάθεια να βρει τη διεύθυνση της Μαντάμ, για να μπορέσουν ο Τόμυ και η Κάθυ (αυτή που έπρεπε κανονικά να είναι με τον Τόμυ) να ζητήσουν την περίφημη αναβολή. Και το πιο συγκλονιστικό είναι πως αυτή η προσφορά γίνεται λίγο μετά αφότου η Κάθυ –που δεν μασάει τα λόγια της- την έχει «μαλώσει» γιατί δεν κυνήγησε το όνειρό της: η Ρουθ από τις Αγροικίες ονειρευόταν να δουλέψει σε γραφείο. (Ένα όνειρο σχεδόν ουτοπικό, κανένας κλώνος ως τότε δεν το είχε κάνει)
Η Ρουθ λοιπόν, η ψεύτρα Ρουθ, δεν κυνήγησε το δικό της όνειρο, αλλά κυνήγησε (ίσως με μεγαλύτερη προσπάθεια) τη διεύθυνση της Μαντάμ, για τον Τόμυ και την Κάθυ..


Γύρω από τους τρεις κινούνται χαρακτήρες δευτερεύοντες ή σκιώδεις, είτε κλώνων είτε «κανονικών», με πιο ενδιαφέροντα αυτόν της δεσποινίδας Λούσυ, μιας δασκάλας με «μοντέρνες» απόψεις, και πιο μυστηριώδη αυτόν της Μαντάμ. Αλλά όλο το βιβλίο έχει χτιστεί πάνω στους τρεις -πράγμα που μας θυμίζει ότι τα γερά συγκροτημένα βιβλία δεν χρειάζονται πολλά πρόσωπα.


Το πολυβασανισμένο θέμα της αγάπης τώρα, στέκεται με το κεφάλι ψηλά, χάρη σε μερικά στοιχεία που το ζωηρεύουν:
1) Οι τρεις ήρωες είναι φίλοι από μικροί. Έτσι ο συγγραφέας έχει από την αρχή ως υλικό την αγάπη στην πλατιά και βασική της έννοια, και όχι τον «έρωτα». Η Κάθυ αγαπάει τη Ρουθ, δεν την ανταγωνίζεται, και το τρίγωνο έχει αυτή την εύθραυστη αλλά τόσο ενδιαφέρουσα ποιότητα των πολύπλοκων σχέσεων που μοχθούν να κάνουν οι άνθρωποι-μονάδες στη σύγχρονη κοινωνία. Ταυτόχρονα όμως το σχήμα παραπέμπει σε οικογένεια, με σχέσεις όχι μόνο αδερφικές αλλά και υποσυνείδητα μητρικές: η Κάθυ από μικρή προστατεύει τον Τόμυ με τρυφερότητες όπως «θα λερώσεις το καλό σου πόλο». Όταν η Ρουθ διεκδικεί τον Τόμυ, η Κάθυ, που τον αγαπάει πιο αληθινά από τη Ρουθ επειδή γενικά η Κάθυ αγαπάει πιο αληθινά, τη ρωτάει: «Ενδιαφέρεσαι πραγματικά για τον Τόμυ;» Μέσα στην παράξενη συνθήκη του βιβλίου, η έμμεση αυτή επίκληση του οιδιπόδειου (ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνώρισαν γονείς κι όμως σχηματίζουν το δικό τους «σύμπλεγμα») ζυμώνεται μαζί με άλλα γνωστά υλικά της αγάπης για να δώσει ένα πλέγμα συναισθημάτων πολύ ζωντανό και πειστικό.
2) Το σεξ υποβαθμίζεται: δεν είναι παρά το παιχνίδι του πόθου, ο ανταγωνισμός των επιδόσεων, το μέσο της εξουσίας. (Η Ρουθ λέει ψέματα στην Κάθυ για τις δικές της εμπειρίες στο σεξ, για να φανεί καλύτερη, ανώτερη). Μάλιστα σε αρκετά σημεία αντιμετωπίζεται με χιούμορ από την αφηγήτρια, ειδικά όταν θυμάται τα σχολικά χρόνια. Μόνο στο τέλος, στη σχέση Τόμυ και Κάθυ, το σεξ τυλίγεται με την τρυφερότητα και οικειότητα των ανθρώπων που πραγματικά αγαπιούνται, αλλά μαζί με κάποια θλίψη, για λόγους προφανείς..
3) Ο συγγραφέας μας βάζει ακόμα και μπροστά στο ερώτημα σε τι χρησιμεύει η αγάπη: υπάρχουν κάποιες στιγμές κραυγών, όταν οι δυο ήρωες νιώθουν την ανημπόρια τους μπροστά στο αναπόφευκτο:

«Κι έτσι μείναμε να στεκόμαστε στην άκρη εκείνου του απόκρημνου χωραφιού, βουβοί κι αγκαλιασμένοι, με το χρόνο να έχει λες σταματήσει, ενώ ο άνεμος φυσούσε, παραδέρνοντας τα ρούχα μας και για μια στιγμή ήταν σαν να είχαμε αρπαχτεί έτσι ο ένας απ’ τον άλλον, επειδή αυτός ήταν ο μοναδικός τρόπος να μην παρασυρθούμε στο πουθενά».

Βεβαίως –και αναμενόμενο- η αξία της αγάπης φαίνεται ακριβώς εκεί, σταγόνα σταγόνα, με τη δύναμη που δίνουν ο ένας στον άλλον. Το εντυπωσιακό: με τη δύναμη που δίνει ο Τόμυ –ετοιμοθάνατος στην ουσία- στην Κάθυ –ακόμα υγιή και με αρκετή ζωή μπροστά της- για να αντέξει την ..κούραση από τη δουλειά της συνοδού! Καθότι (μία ανάγνωση) η αγάπη, ως ταύτιση με τον άλλον, ανοίγει παράθυρο, δίνει δύναμη και προοπτική, σ’ αυτόν που αγαπάει.

Θα είχαν όμως αυτή τη δύναμη και την ικανότητα της αγάπης αν δεν είχαν ζήσει όπως έζησαν ως παιδιά; Αν οι προσωπικότητές τους, οι αξίες τους και οι σχέσεις τους δεν είχαν νοηματοδοτηθεί και ισχυροποιηθεί από πολύ νωρίς; από το Χέιλσαμ;


Τι είναι λοιπόν στα αλήθεια το Χέιλσαμ;


Θεωρούμενο στο πλαίσιο της ιστορίας είναι βεβαίως ένα εκπαιδευτικό σύστημα, μάλιστα υπάρχει στο βιβλίο και διαλεκτική πάνω σε αυτό –πώς θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται οι κλώνοι. («Πρέπει να λέμε όλη την αλήθεια στα παιδιά»;) Ως εκπαιδευτικό σύστημα προοριζόταν να κάνει ό,τι κάθε τέτοιο σύστημα: να τους προσαρμόσει στο ρόλο τους. Όμως, προετοιμάζοντάς τους, καλλιέργησε μυαλά και ψυχές. Όταν η Κάθυ και ο Τόμυ πηγαίνουν να συναντήσουν τη Μαντάμ για την αναβολή, συναντούν μαζί και την παλιά τους δασκάλα Μις Έμιλυ, που τους λέει ακριβώς αυτό. Έπειτα τους εξηγεί πώς άλλαξαν τα πράγματα, και πια το Χέιλσαμ και τα παρόμοια ιδρύματα έκλεισαν: οι νεότεροι κλώνοι ανατρέφονται πια στη σκιά, σαν σκουπίδια.
Το Χέιλσαμ λοιπόν θεωρούμενο στο πλαίσιο της ιστορίας είναι ενα εκπαιδευτικό σύστημα, μα θεωρούμενο αυτόνομα είναι κάτι παραπάνω: η αλληγορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Ό,τι έδωσε στην Κάθυ, τον Τόμυ και τη Ρουθ τις αξίες τους, την ευγένεια, την ανθρωπιά. Ό,τι τους έκανε ικανούς να αγαπούν και να στηρίζουν ο ένας τον άλλο. Ό,τι τους γέμισε το χ ρ ό ν ο με ενδιαφέροντα. Και ό,τι έκανε να ξυπνήσει στη Ρουθ το μεγαλείο της γενναιόδωρης πράξης –που δεν ήταν μόνο προσφορά, μα ό,τι χάρισε και στην ίδια, στο χρόνο της ως δότρια (στην πορεία προς το θάνατο) νόημα, περιεχόμενο και σκοπό. Το Χέιλσαμ (η μόρφωση και ο πολιτισμός) δίνει σε όλους εμάς που, κλώνοι ή όχι, είμαστε απλώς κάποια λίγο περίπλοκα πολυκύτταρα όντα, τα π ά ν τ α. Την δυνατότητα να είμαστε άνθρωποι.
Και ίσως κάτι ακόμα (μέσα στα τόσα) να ήθελε να πει ο συγγραφέας, όταν λέει ότι τα Χέιλσαμ έκλεισαν πια…

α) Ευκολοδιάβαστο και –ναι! –αναγνωστικά ευχάριστο. β) Με άπειρες προεκτάσεις ερμηνείας και άπειρες πιθανές διαβαθμίσεις στη θερμοκρασία προσέγγισης (Από το να το διαβάσετε ως science fiction, μέχρι να σας προκαλέσει ψυχοσωματικά συμπτώματα) γ) Εγγυημένα α ξ έ χ α σ τ ο.

4/3/11

Πόσο χρόνο σας πήρε να το γράψετε;

Beyond the housing question there opened out a luxurious poster on which a cliff was depicted and, riding on its crest, a horseman in a felt cloak with a rifle on his shoulder. A little lower - palm trees and a balcony; on the balcony - a seated young man with a forelock, gazing somewhere aloft with very lively eyes, holding a fountain pen in his hand. There was an inscription: "Full-scale Creative Vacations from Two Weeks (Story/Novella) to One Year (Novel/Trilogy). Yalta, Suuk-Su, Borovoe, Tsikhidziri, Makhindzhauri, Leningrad (Winter Palace)". There was also a line at this door, but not an excessive one - some hundred and fifty people".

(M. Bulgakov, "Master and Margarita", από το
http://www.masterandmargarita.eu/en/index.html
)


Καθώς διαβάζω τον Φρανκενστάιν μετά τον Τσιόλκα και μετά μια διεξοδική ανάλυση (στο παραπάνω σάιτ) του Master and Margarita, σκέφτομαι ότι, από την άποψη του χρόνου γραφής, υπάρχουν δυο ειδών μυθιστορήματα: αυτά που προετοιμάζονται και γράφονται σε πολλά χρόνια και αυτά που γράφονται σε μήνες (σαν τον Φρανκενστάιν). Και πως το δεύτερο δεν είναι καθόλου μειονέκτημα οταν το ίδιο το υλικό προσφέρεται, ή όταν τέλος πάντων εχει απλωθεί όσο χρειάζεται για να δώσει την ιστορία με τα παρελκόμενά της. Ισως μάλιστα η ταχύτητα της ολοκλήρωσης να βοηθάει στη συνεκτικότητα της δομής, καθώς ο συγγραφέας το έχει όλο μαζί στο μυαλό του. Αν το παρατήσει και το ξαναπιάσει μετά από καιρό, θα γίνει ίσως πιο χαλαρό ή θα χάσει σε ενότητα ύφους.

Όμως το πρόβλημα είναι κυρίως τα άλλα, τα "μεγάλα" (σε διάρκεια γραφής) μυθιστορήματα: συχνά σήμερα, ενώ απαιτούν, για διάφορους λόγους, αυτή τη διάρκεια, προσπαθούμε να τα γράψουμε γρήγορα. (Επίσης για διάφορους λόγους. Οι περιζήτητοι συγγραφείς μάλλον επειδή τα ζητάει ο εκδότης, οι ..αζήτητοι για άλλους, ψυχολογικούς κυρίως). Από την άλλη, αν δουλεύεις κάτι πολλά χρόνια, πώς είσαι βέβαιος ότι το αντικείμενό σου ειναι κατι σημαντικό και δεν την έχεις πατήσει με μια ασημαντότητα με πολύπλοκη δομή και πολλές λεπτομέρειες;

Ίσως τελικά η μεγαλύτερη αξία να βρίσκεται στον πυρήνα της σύλληψης. Ο πυρήνας του Φρανκενστάιν άρκεσε για να του δώσει την αθανασία, ενώ από την άλλη μπορεί ο Τσιόλκας να διάβασε, κατά δήλωσή του, όλη τη Βίβλο και όλο το Κοράνι για να γράψει τη Νεκρή Ευρώπη, δεν ξερω όμως αν αυτό πρόσθεσε κάτι σημαντικό στο βιβλίο. Ο Μετρ και η Μαργαρίτα θα μπορούσαν να είναι πιο απλό βιβλίο με τα ίδια περίπου νοήματα και την ίδια εντύπωση του πλούσιου γκροτέσκο και χωρίς ίσως την ενσωματωμένη ιστορία του Χριστού και του Πιλάτου, που θα στεκόταν μια χαρά ως ξεχωριστό βιβλίο। (Ισως μάλιστα να ενσωματώθηκε ακριβώς γι αυτό। Συχνά κάνουμε μεγάλα βιβλία για να συμπεριλάβουμε σε ένα όλες τις ιδέες μας)। Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί ο Φλομπέρ έκανε είκοσι χρόνια να γράψει τη Μποβαρύ (τι στο καλό έγραφε είκοσι χρόνια;), ενώ καταλαβαίνω, νομίζω, τον Τζέφρι Ευγενίδη οταν λέει οτι κάνει χρόνια για ένα μυθιστόρημα, ενώ η συναδερφός του στο Πανεπιστήμιο, η Τζόις Κάρολ Όουτς, γράφει περίπου ένα κάθε χρονο.

Στην Ελλάδα της προχειρότητας (εννοώ γενικά της ζωής), της αστάθειας και της δυσκολίας (ακόμα και από έλλειψη πηγών, πρωτογενών η/και οργανωμένων) να κάνουμε κάτι συστηματικά, πόσα βιβλία θα ήταν καλύτερα αν ο συγγραφέας είχε το χρόνο και την άνεση, είτε να δουλέψει πολλά χρόνια αυτά που πρέπει να δουλευτούν, είτε, αντίθετα, να συγκεντρωθεί για να τελειώσει σύντομα κάτι που απαιτεί εναν απλό και σφιχτό πυρήνα;

22/2/11

Διακειμενικότητα

Είναι η "συνομιλία" ενός κειμένου με άλλα, είτε με άμεσο (ένταξή τους στο εν λόγω κείμενο, αυτολεξεί ή περίπου) είτε με έμμεσο (υπαινιγμοί, πλάγιες αναφορές στο δικό τους περιεχόμενο) τρόπο.
Όμως η βασική διάκριση δεν ειναι αυτή, αλλά νομίζω μια λεπτότερη: είτε α) ο συγγραφέας έχει π ρ ώ τ α φτιάξει το δικό του σύμπαν, με αναφορά όχι στα κείμενα αλλά στον κόσμο, έχει αποδώσει τους χαρακτήρες, τα συναισθήματα, τις ιδέες, ξ έ ρ ε ι πού περίπου "το πάει" - έχει "τελειώσει" δηλαδή με το πρωτότυπο εργο του - και μετά εντάσσει αναφορές που το ενισχύουν, συχνά μάλιστα του έρχονται αυθόρμητα από τα διαβάσματά του, ως στενά συνδεμένες με αυτό που θέλει να πει και/ή ως επιδεκτικές μιας ταιριαστής με το θέμα του, συχνά καινούργιας ανάγνωσης, είτε β) ο συγγραφέας απλώς εκμεταλλεύεται την ευρυμάθειά του φτιάχνοντας ψυχρά ένα κολλάζ και συνδέει τα στοιχεία έτσι που προκύπτει μηχανικά μια πλοκή και ένα νόημα.

Τώρα τελευταία φαίνεται οτι το δεύτερο κολπάκι κυκλοφορεί πολύ. Άλλωστε μπορεί να γίνει θαυμάσια κι από ένα ..συνεργείο διανοούμενων γραφιάδων και να δώσει κείμενα σοβαρής λογοτεχνίας. (Μ' αυτό εννοώ οτι ένα συνεργείο μπορεί να δώσει επίσης ωραιότατα ροζ βιβλία, βάσει συνταγών.)
Το πλεονέκτημα αυτών των βιομηχανικών (ή και ατομικά χειροποίητων, αλλά με την ίδια φιλοσοφία) προϊόντων ειναι ότι, μην έχοντας δέσιμο ψυχής με το δημιουργό, μην έχοντας προκύψει από προσωπικό αγώνα, αλλά ως μια ψυχρή δουλειά από την αρχή ως το τέλος, εμπορευματοποιούνται, από την πλευρά του δημιουργού, πολύ ευκολότερα. Ενώ είναι πιο δύσκολο να δεις ως εμπορικό προϊόν έναν καρπό έρωτα: (Παίρνεις λεφτά για να κάνεις έρωτα;)
Με άλλα λόγια, κάτι που το έφτιαξες όπως ο παραγωγός το λάδι (και μολονότι υπάρχουν ίσως ακόμα λίγοι ελαιοπαραγωγοί ερωτευμένοι με τις ελιές), ειναι εξ αρχής αλλοτριωμένο από σένα. Αλλωστε -για να πάμε και στην άλλη πλευρά της συναλλαγής- είτε ο λαδέμπορος (ο εκδότης) πάρει το α' λάδι, είτε το β΄, μικρή η διαφορά. Ενα καλοφτιαγμένο κείμενο-κολλάζ μάς κάνει, από όποιον και να είναι. Τις "υπογραφές" μετά τις φτιάχνουμε.

Παρά τους προφανείς υπαινιγμούς μου για την έκπτωση της δημιουργικής διαδικασίας, δεν είμαι σίγουρη οτι όλο αυτό είναι μόνο "κακό": μπορεί να είναι σύμπτωμα του τέλους της ατομικής δημιουργίας, σε μια "μετα-ατομική εποχή". Η ατομική δημιουργία άλλωστε (όπως εξάλλου και ο έρωτας) δεν είναι παρά προϊόν εγωισμού. Μπορεί λοιπόν όλο αυτό το κόλπο (που μάλλον δεν είναι νέο, απλώς στην εποχή μας διευκολύνεται εξαιρετικά από την ηλεκτρονική τεχνολογία copy paste) να σημαίνει την αρχή μιας νέας (μετά την πρώτη, των αρχαϊκών κοινωνιών) συλλογικής δημιουργίας. Κι αν τώρα αυτή η συλλογικότητα (ή, αλλιώς, η υποβάθμιση της προσωπικότητας) διευκολύνει το εμπόριο, στο σοσιαλισμό του μέλλοντος (που φυσικά θα έρθει!) θα λάμψει σε όλη την αναπαλλοτρίωτη γνησιότητά της!
(Χμμμμ...)

Και λίγη ..διακειμενικότητα: νομίζω πως ειναι ο Κερτ Βόνεγκατ που λέει κάπου (το γράφω από μνήμης) πως η τέχνη ειναι βασικά δύο ειδών: αυτή που συνομιλεί με τον κόσμο κι αυτή που συνομιλεί με άλλα έργα. Και στις δύο κατηγορίες έχουμε καλά και μέτρια έργα, και οι δυο αξίζουν.

Είμαι οπαδός της συνομιλίας με τον κόσμο. Αλλά όσο περνάνε τα χρόνια, το μυαλό μου γεμίζει κείμενα. Δεν μπορώ να σκεφτώ κανέναν άλλο τροπο να τα αξιοποιήσω , παρά μόνο με πρωτότυπη (κι ας λέει και κοτσάνες!) επανανάγνωση. Γιατί στην τέχνη αυτό κάνεις: ξαναδιαβάζεις, τόσο τον κόσμο, όσο και τα κείμενα. Αν μη τι άλλο, αυτό είναι το διασκεδαστικό.
Συμπέρασμα(;): με ατομική ή συλλογική διαδικασία, στον καπιταλισμό ή τον σοσιαλισμό, το πρωτότυπο μυαλό, μόνο του ή μέσα από ομάδα, επώνυμα ή ανώνυμα, θα δώσει το αξιόλογο έργο. Τα υπόλοιπα μυαλά είναι απλώς χρήσιμα।

(Η "πρωτοτυπία"βέβαια στα πλαίσια της καλλιτεχνικής δημιουργίας ειναι πλατιά έννοια, και σίγουρα δεν ταυτίζεται με την παραξενιά, τον εντυπωσιασμό και το απολύτως καινοφανές).

20/2/11

Κάτω τα χέρια από την παραλογοτεχνία μου!


Παραλογοτεχνία ονομάζεται η παραγωγή μυθιστορημάτων (σε συντριπτικό ποσοστό, αλλά και κάποιων "θεατρικών", και ίσως άλλων ειδών) που, θεωρητικά και βάσει των ηθών της αγοράς, έχουν εκ των προτέρων εξασφαλίσει αναγνωσιμότητα, λόγω του κατά το μάλλον ή ήττον επιτυχούς συνδυασμού παντοειδών κλισέ. (Γλωσσικών, θεματικών, δομικών, ιστορικών, ψυχολογικών, "ιδεολογικών" κλπ). Αν και δεν έχω δοκιμάσει να γράψω, φαντάζομαι ότι για τον πρωτάρη η συγγραφή τους δεν θα ειναι και piece of cake. Θα θέλει μια δομή, μια ιστορία, μια ευχέρεια στη γλώσσα και αρκετή δουλειά. Ίσως μάλιστα να θέλει περισσότερη δουλειά από ένα κείμενο "ποιητικού" λόγου, όπου ο συγγραφέας γράφει αυθόρμητα τις σκέψεις του και μετά το "χτενίζει" λιγάκι. Γιατι λοιπόν δεν είναι λογοτεχνία;

Κρατώντας προς το παρόν την ερώτηση, προσωπικά ούτε το κείμενο "ποιητικού" λόγου θεωρώ λογοτεχνία. Μια σαχλαμάρα το θεωρώ. Το αν εντάσσεται ή όχι στην παραλογοτεχνία ίσως έχει να κάνει με το πόσο εχουμε ασχοληθεί σοβαρά με αυτήν. Άλλωστε, η απαξίωση "σαχλαμάρα" δεν απευθύνεται στην παραλογοτεχνία -αλλά απλώς στην κάθε ..σαχλαμάρα. Ειναι όμως η παραλογοτεχνία σαχλαμάρα;

Προσωπική απάντηση: ΚΑΘΟΛΟΥ! Είναι μια σοβαρή δ ο υ λ ε ι ά, που γίνεται ευσυνείδητα (φαντάζομαι!) από επαγγελματίες. Του ε ί δ ο υ ς. Δεν κατέχω τα μυστικά της. Μερικά από αυτά παρουσιαζει η καναδέζα συγγραφέας Μάργκαρετ Ατγουντ στο μυθιστόρημά της "Η διπλή ζωή της Τζόαν Φόστερ", όπου η συγγραφέας ηρωίδα επιδίδεται, με τη βοήθεια μέντορα (διάσημης συγγραφέως ροζ βιβλίων και στην πραγματικότητα ..ηλικιωμένου άντρα) στη συγγραφή τέτοιων έργων και μάλιστα με "ιστορικές" απαιτήσεις. Μας περιγράφει πώς συλλέγει από τις βιβλιοθήκες στοιχεία για το ντύσιμο, την επίπλωση, τα φαγητά και το λεξιλόγιο "εποχής" και πώς γεμίζει συστηματικά τα κέιμενά της με αυτά, αφού πρώτα φτιάξει τη βασική υπόθεση -που είναι περίπου η ίδια σε όλα τα βιβλία.

Εκείνο που κατέχω, και μπορώ να πω χωρίς ενοχές είναι η α π ό λ α υ σ η από την ανάγνωση παραλογοτεχνίας: Αγκάθα Κρίστι, Νταν Μπράουν (στην αρχή, μετά τον βαρέθηκα), πάσης φύσεως σύγχρονα αστυνομικά, η τριλογία του Στιγκ Λάρσον με την υπέροχη Λίζμπετ, βαμπιροϊστορίες, γκόθικ, κατασκοπικά παλιότερα. Όλα έχουν περάσει από το..κρεβάτι μου και υπήρξαν συμπαραστάτες σε αρρώστιες, μοναξιά και καταθλίψεις, αλλά και όποτε ήθελα "να μη σκέφτομαι", ή, για την ακρίβεια, "να σκέφτομαι χωρίς να σκέφτομαι", δηλαδή σαν να λύνω ένα σταυρόλεξο ή ένα σουντόκου, αλλά να μην πονοκεφαλιάζω για δύσκολα, καινούργια προβλήματα. Το μόνο είδος που ποτέ δεν διάβασα είναι τα λεγόμενα γυναικεία, τα ροζ. Αλλά αυτό δεν έχει σχέση με τη στάση μου απέναντι στην παραλογοτεχνία. Έχει σχέση μάλλον με το τι ιστορίες μου φαίνονται διασκεδαστικές, δηλ με την ψυχοσύνθεσή μου, όχι τη λογοτεχνική μου κουλτούρα.

Λογοτεχνική κουλτούρα;

Μα ναι, νομίζω ότι μπορώ κι εγώ να δοκιμάσω να πω, εμπειρικά, ποια είναι η διαφορά λογοτεχνίας και παραλογοτεχνίας. Οι ειδικοί τα διατυπώνουν αψογα, αλλά εγώ μπορώ να σας πω εκ πείρας τα ίδια πράγματα διατυπωμένα άγαρμπα μεν, από καρδιάς δε:

Πρώτον και σπουδαιότερον: η παραλογοτεχνία δεν σου αφήνει απολύτως τίποτα. Μα τίποτα! το αντίθετο, ειναι σαν ..πρέζα! Μόλις τελειώσει το ένα θέλεις αμέσως το άλλο, γιατί δεν υπάρχει τίποτα στο οποίο να σταθείς! Μα τίποτα! Ακόμα και έργα σαν της Κρίστι (που έχει μεγάλη ψυχολογική ευστοχία) ή του Λάρσον (που έχει φτιάξει εναν αξιαγάπητο και αξέχαστο χαρακτήρα, τη Λίζμπετ Σαλάντερ) δεν λένε τίποτα, γιατι τα στοιχεία αυτά μπαίνουν απλώς στην υπηρεσία της "υπόθεσης"। Η παραλογοτεχνία ειναι, όλη κι όλη, μια "υπόθεση". Δεν έχει "θέμα". Δεν ρωτάει για τίποτα! Οι "αποκαλύψεις" της είναι μόνο ζήτημα πλοκής, εσωτερικής τεχνικής. Συχνά φαίνονται να είναι "προβληματισμός"πάνω στην ανθρώπινη φύση ή την εξουσία, μα κι αυτά είναι επαναλήψεις έτοιμων κλισέ, που ποτέ δεν μπαίνουν στο μικροσκόπιο. Μάλιστα οσο πιο άθικτα μένουν, τοσο "καλύτερο" είναι το βιβλίο. Το στοιχείο του καινούργιου, της φρέσκιας σκέψης, της διαφορετικής, της παρεκκλίνουσας, της πρωτοποριακής, της εν δυνάμει, ειναι καταστροφικό για την παραλογοτεχνία. Ο,τι "καινούργιο" φαίνεται να υπάρχει είναι στην πραγματικότητα έτοιμο ως τέτοιο ("καινούργιο") από το περιβάλλον, τον μιντιακό μεσο όρο. (π.χ:" και οι ομοφυλόφιλοι εχουν δικαιώματα"!)

Δεύτερον όμως: η παραλογοτεχνία δεν εκλαμβάνεται από όλους ως τέτοια: για να εκληφθεί, θα πρέπει να ξέρει ο αναγνώστης Τι Είναι Λογοτεχνία, κι αυτό δεν ορίζεται μόνο σε αντίστιξη με την παραλογοτεχνία. Ορίζεται από μια σειρά στοιχείων που απαιτούν παιδεία και που δεν είναι καν πάντα σταθερά για κάθε εποχή, σχολή, κοινωνική ομαδα. Ωστόσο το γενικό της γνώρισμα είναι, νομίζω, οτι η λογοτεχνία ειναι είδος τ έ χ ν η ς. Με μεθόδους που μοιάζουν άλλοτε με της ποίησης, αλλοτε με της αφηγηματικής τέχνης κι άλλοτε με του δοκιμίου(αλλά και του θεάτρου, του σινεμά, ακόμα και της ζωγραφικής και της μουσικής) θέτει μ έ σ ω της υπόθεσης ένα σημαντικό θέμα της ανθρώπινης φύσης, κοινωνίας, ύπαρξης, ατομικό ή συλλογικό, σύγχρονο ή διαχρονικό και το διερευνά ξ ε θ ε μ ε λ ι ώ ν ο ν τ ά ς το από τις συμβάσεις και πηγαίνοντάς το προς κάποιες κατευθύνσεις, είτε νεες, είτε παλιές αναθεωρημένες. Η λογοτεχνία απαιτεί δημιουργό χωρίς κλισέ. Όποιο θέμα και να παρουσιάζεις, ακομα και μια συμβατική ιστορία, το μυαλό σου είναι πλυμένο από τις αντιλήψεις που έχεις ως κοινωνικό ον, εθνικό υποκείμενο, τάξη, ηλικία. Φτιάχνεις τον κόσμο από την αρχή, ακόμα κι αν τελικά τον φτιάχνεις ίδιο. Μοιραία λοιπόν στην πορεία θα φύγεις από τα κλισέ, ή θα τα χρησιμοποιήσεις ειρωνικά, ανατρεπτικά. (Γι αυτό και ο αυθόρμητος "ποιητικός" λόγος ειναι μια σαχλαμάρα: ο λογοτέχνης δεν ειναι αυθόρμητος. Π α ρ ι σ τ ά ν ε ι, υποκρίνεται -με τη θεατρική έννοια- τον αυθόρμητο). Αλλά για να πετύχει στην πρόσληψή του αυτό, θέλει εκπαιδευμένο αναγνώστη: άνθρωπο που του αρέσουν οι ανατροπές, γυμνασμένο να σκέφτεται χωρίς κλισέ, να διαβαζει με το μυαλό (ΟΧΙ μόνο "με την καρδια"), να αποστασιοποιείται, για να ταυτιστεί μετά με τη νέα συγκίνηση. Άνθρωπο που αντιλαμβάνεται την πολυσημία, άρα τη δυνατότητα επανανάγνωσης, και κυρίως άνθρωπο που ΔΕΝ αποζητά επιβεβαίωση και απαντήσεις.

Για να ξαναγυρίσουμε, αυτο το τελευταίο -με τις απαντήσεις- ειναι και μια ακόμα παραλογοτεχνική παγίδα: αν το παραλογοτέχνημα σε "μαθαίνει', δηλ σου δίνει πληροφορίες για το πώς δουλεύει πχ το Βατικανό και οι σωματέμποροι της Σουηδίας, νομίζεις ότι σε "μορφώνει', και άρα είναι λογοτεχνία. Γιατί οι πιο πολλοί αναγνώστες παραλογοτεχνίας αγνοούν οτι δεν είναι δουλειά της λογοτεχνίας αυτή (να σε "μορφώνει", υπό την έννοια ότι σε πληροφορεί) και ότι μόνο για να χτίσει τον αληθοφανή κόσμο του ο λογοτέχνης χρησιμοποιεί τα ιστορικά/πραγματολογικά/εγκυκλοπαιδικά στοιχεία.

Για να συνοψίσω με κάποιο τρόπο, κεντρικό θέμα της λογοτεχνίας είναι ο άνθρωπος όχι ως δεδομένο (όπως στην παραλογοτεχνία), αλλά ως ανατροφοδοτούμενο διαρκές αίνιγμα। Από την πλευρά του, ο αναγνώστης λογοτεχνίας είναι ανοιχτός άνθρωπος, αρέσκεται στα αινίγματα.

Ένα άλλο στοιχείο της λογοτεχνίας ειναι οτι αποτελεί ενα αυτόνομο κόρπους αξιών και ιδεών, που όχι μόνο δεν αντέχει τα κλισέ, αλλά απορρίπτει και την επανάληψη του εαυτού της. Το τελείως αντίθετο ισχύει για την παραλογοτεχνία: στηρίζεται στην επανάληψη. Ο συγγραφέας παραλογοτεχνικών έργων δεν επιτρέπεται να αλλάξει, να προχωρήσει, να πειραματιστεί. Ο αναγνώστης του θέλει, σαν το παιδάκι που διαβάζει Μίκυ Μάους, να νιώσει χαρά μεσα στην ασφάλεια του γνωστού και του αναμενόμενου. (Δεν θέλω μια "άλλη" Αγκάθα Κρίστι, αλλά βαριέμαι τον" ίδιο" Μάρκες) Η λογοτεχνία προχωράει παρακάτω, ακόμα κι αν η κοινωνία δεν προχωράει. Και μάλιστα στην εποχή μας που η κάθε "εθνική" λογοτεχνία είναι υπό συζήτηση, οφείλει να προχωράει, βάσει της εσωτερικής δυναμικής της, ακομα κι αν η γενέτειρα κοινωνία ειναι απελπιστικά πίσω. Το κενό (δηλ. την εμμονή στο πίσω) μπορεί μια χαρά να καλύψει η παραλογοτεχνία! (Γι αυτό ίσως στην Ελλαδα έχουμε όλο και πιο πολύ λογοτεχνία με χαρακτηριστικά παραλογοτεχνίας, αν και οι φανατικοί φίλοι της δεύτερης δεν ξεγελιούνται! Μυρίζονται τις απόπειρες προβληματισμού από μακριά. Και από έναν τετριμμένο και επαναλαμβανόμενο προβληματισμό-Τι κακοί που ήταν οι χίτες- προτιμούν την ηδονή του αυθεντικού θεληματικού πηγουνιού).

Επομένως;

Επομένως η παραλογοτεχνία είναι ενα προϊόν που μπορεί κατά περίπτωση να τέρψει ή και να "μορφώσει" (ελλείψει άλλων ερεθισμάτων) και δεν είναι άχρηστο, ουτε σαχλαμάρα, όταν γράφεται με σοβαρότητα από επαγγελματίες και ακολουθεί μια τεχνική. Απλώς, δεν είναι λογοτεχνία.

Το κοινό, επίσης, της παραλογοτεχνίας μπορεί να είναι μικτό (δηλ. να διαβάζει κ α ι λογοτεχνία και να αντιλαμβάνεται τη διαφορά) ή μπορεί να ειναι αμιγές. Η προσωπική μου πείρα λέει ότι και το αμιγές παραλογοτεχνικό κοινό κάποιας μόρφωσης και ευφυίας γνωρίζει τη διαφορά με την αληθινή λογοτεχνία και έχει κάνει συνειδητή επιλογή. Δεν ενδιαφέρεται για το είδος της βαθύτερης και ανήσυχης ψυχαγωγίας που προσφέρει η αληθινή λογοτεχνία και το αρνείται σταθερά και εν γνώσει της. Μάλιστα, έχει και προτιμήσεις παραλογοτεχνικές (Η Εύα Ομηρόλη π.χ. έχω ακούσει ότι θεωρείται "δύσκολη" παραλογοτέχνις: ειναι γεμάτη "φιλοσοφικά" τσιτάτα δοκιμιακού τύπου, που κουράζουν αρκετές αναγνώστριες. Αλλά την προτιμούν οι πιο "διανοούμενες").

Επι τη ευκαιρία, βρίσκω άδικη την επίμονη επίθεση στα γυναικεία παραλογοτεχνικά και αρκετά φαλλοκρατική: η αντρική παραλογοτεχνία ειναι αστείρευτη σε συντηρητικά κλισέ και φασιστικές/θεοκρατικές/μεταφυσικές ανοησίες, π ρ α γ μ α τ ι κ έ ς ανοησίες, ακόμα και κατά τη (σωστή επί του προκειμένου) κρίση γυναικών που διαβάζουν τις ροζ ιστορίες "έρωτα". Οι μεγαλομανείς μα αμόρφωτοι συνωμοσιολόγοι άντρες είναι απίστευτο τι ανεκδιήγητες μπούρδες διαβάζουν, και τις συζητάνε και στα σοβαρά!

Αν και το θέμα τέλος ειναι κάπως ειδικό, θα ήθελα να προσθέσω ότι, τουλάχιστον γλωσσικά, η ελληνική λογοτεχνία εχει πια αναπτύξει κι αυτη πολλά κλισέ, και καμιά φορά η αφηγηματική απλότητα της παραλογοτεχνίας (ονομαζόμενη περιφρονητικά "διεκπεραιωτική"), όταν δεν εκνευρίζει με τη λεπτομερή απόδοση του καναπέ ΙΚΕΑ (βλέπε Λάρσον)μπορεί να είναι γλωσσικά ανανεωτική. Η νεοελληνική λογοτεχνία άλλωστε πάσχει από πληθώρα κοσμητικών και τσαχπίνικων περιφράσεων και υστερεί σε ακριβολογία.

Δεν νομίζω πως η ενοχοποίηση της ανάγνωσης της παραλογοτεχνίας βοηθάει υπέρ της λογοτεχνίας. Η ανάγνωση ειναι χαρά। Η αληθινή λογοτεχνία άλλωστε δεν έχει αντίζηλο: είναι ένας εραστής παντοτινός, που δεν τον ξεχνάς, που τον ερωτεύεσαι ακόμα κι αν δεν ξερεις γιατί, έστω και για ένα μονο στοιχείο του, που το θυμάσαι λάθος ή που το εχεις εσυ ερμηνεύσει όπως θέλεις. Υπάρχουν βιβλία λογοτεχνίας που μας έμειναν αξεχαστα ακόμα κι αν δεν τα καταλάβαμε, όπως υπάρχουν εραστές που δεν ξεχάσαμε ποτέ, ακόμα κι αν δεν κάναμε ποτέ έρωτα μαζί τους. Αλλά η ικανότητα να ερωτευθούμε με αυτό τον ιδανικό τρόπο εχει καλλιεργηθεί στην ψυχή μας πριν γνωρίσουμε τον εραστή. Και δεν αποκλείει καθόλου τους ευκαιριακούς εραστές "για πλάκα" ή "για να ξεχνάμε"! Αρκεί, σεβόμενοι ό,τι ακριβώς μας προσφέρουν, να μην τους παίρνουμε στα σοβαρά।

Συμπερασματικά: η ζωή είναι χαρά, διαβάστε ό,τι θέλετε. Αλλά, όπως δεν λέτε "τον ερωτεύτηκα" για τον ευκαιριακό εραστή, μη λέτε "διάβασα ένα βιβλίο"! Πείτε απλώς και ελεύθερα: "Διάβασα μια Λένα Μαντά"!

13/2/11

Νεκρή - αλλά μόνο η Ευρώπη..


«Γιατί θυμώνεις;»
«Γιατί οι άνθρωποι είναι δειλοί».
Χρήστος Τσιόλκας, Νεκρή Ευρώπη.
Μετ. Νίκη Προδρομίδου, εκδ. PRINΤΑ
Η ουσία:

Η Νεκρή Ευρώπη είναι, όπως τη διάβασα, η εκ νέου αναζήτηση της ανθρώπινης ηθικής, που στον καινούργιο κόσμο (είτε ως γεωγραφία, είτε ως υπαρξιακό πλαίσιο) θα είναι επιλογή απολύτως ατομική -και γι αυτό αναγκαστικά θαρραλέα.

Η μορφή:

Θα διαβάσετε δυο εναλλασσόμενες ξεχωριστές αφηγήσεις, γραμμικές και ευκολοδιάβαστες, «δύο βιβλία σε ένα».

Η μία:

Αφηγείται την ιστορία της (ελληνικής, ασχέτως εβραϊκών ονομάτων) οικογένειας της Ρεβέκκας, της μητέρας του ήρωα Ισαάκ, από πριν την κατοχή μέχρι τις μέρες μας, με χρονικά χάσματα. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση, γυμνή από προσδιορισμούς και περιγραφές και με έμφαση στις σημαντικές ανθρώπινες πράξεις, έχει τη δύναμη μύθου. Αυτή την εντύπωση ενισχύει πολύ και η παρουσία του μεταφυσικού στοιχείου, του «δαίμονα»: είναι η ψυχή ενός εβραιόπουλου που χρησιμοποιήθηκε ερωτικά, ληστεύθηκε και δολοφονήθηκε από την εν λόγω οικογένεια, η οποία είχε αναλάβει, με υπόσχεση στον πατέρα του αλλά και με το αζημίωτο (θησαυρός ως ενέχυρο) να το σώσει στην κατοχή. Ο δαίμονας αυτός πάντως δεν είναι απλώς στοιχείο μορφής, αλλά πρωταρχικά δεμένος με τον πυρήνα του μυθιστορήματος.

Η άλλη:

Αφήγηση πρωτοπρόσωπη με σύγχρονο και αρκετά νεανικό γλωσσικό υλικό, στο στυλ του road trip αυτογνωσίας. Ξεκινώντας από την Ελλάδα (Αθήνα, Αγρίνιο), περνάμε σε σημαντικές σημειολογικά ευρωπαϊκές πόλεις: Βενετία, Πράγα, Παρίσι, Βερολίνο, Άμστερνταμ, Καίμπριτζ και Λονδίνο. Η αφήγηση κυλάει εύκολα (σε μερικά σημεία κάπως φλύαρα), φέρνοντας στο προσκήνιο ανθρώπινους χαρακτήρες από τον κόσμο της διανόησης αλλά και του υπόκοσμου-προλεταριάτου, κυρίως μεταναστευτικού. Ζωντανή και πλούσια σε περιγραφές των πόλεων ενσωματωμένες στην προβολή των ανθρώπινων καταστάσεων, φαίνεται επίσης μελετημένη. Σε όλη τη έκτασή της υπάρχουν σταθερά μοτίβα:

α) Ο ήρωας συναντά φιλικά πρόσωπα από το (αυστραλιανό) παρελθόν του, συγγενείς ή παλιούς φίλους δικούς του ή των γονιών, που φωτίζουν και τονίζουν με ποικίλους τρόπους τους αμφίρροπους και αμφιλεγόμενους δεσμούς μεταξύ του παλιού και του νέου κόσμου.

β) Ο χώρος των ταξιδιών του Ισαάκ είναι κυρίως η αθέατη, βρόμικη και σκοτεινή πλευρά των πόλεων. Πορνεία, ναρκωτικά, δουλεμπόριο, διαφθορά, εκμετάλλευση. Οι χώροι αυτοί είναι οι ιδανικοί για το άλλο του μοτίβο, αυτό του σεξ, αλλά λειτουργούν και αυτόνομα ως θύλακες όχι μόνο του καπιταλιστικού εκφυλισμού των σχέσεων αλλά και της φθοράς και του στείρου αναμασήματος των ιδεολογιών.

γ) Τρίτο μοτίβο (η σειρά τυχαία), το σεξ. Όλο και πιο ζωώδες. Ο ήρωας κλιμακωτά βυθίζεται στη βάρβαρη, ανεξέλεγκτη φύση του όλο και πιο πολύ, μέχρις ότου μετατρέπεται σε ένα είδος βαμπίρ, που δεν μπορεί να τραφεί παρά μόνο με αίμα. Συνήθως (μα όχι πάντα) ομοφυλόφιλο, το σεξ παρουσιάζεται χωρίς υπεκφυγές, με ένα συνδυασμό αντρικής ρώμης και θηλυκής «σωματικότητας» (με διαχυτικούς εμετούς κλπ) και। εκτός από όχημα του νοήματος (ο σάπιος κόσμος) και της εξέλιξης (προς την αποδόμηση της προσωπικότητας), είναι και εκφραστικά αποτελεσματικό, γιατί βοηθάει τον συγγραφέα να φτάσει σε συναισθηματικές κορώνες που σε μια πιο «καθωσπρέπει» αφήγηση θα φαίνονταν μελοδραματικές στην άτσαλη ειλικρίνειά τους («ντρέπομαι που είμαι άνθρωπος!»), μα εδώ αποκτάνε την αλήθεια της γενετήσιας κραυγής.
Να σημειώσουμε ότι το ομοφυλόφιλο σεξ δεν είναι χωρίς σημασία. Η ομοφυλοφιλία είναι ελευθερία, αν αποκλείσει την πορνεία. Αυτή η θέση εκφέρεται από τον πατέρα του ήρωα, που όταν μαθαίνει πως ο γιος του είναι ομοφυλόφιλος του τονίζει πρώτα να μην κάνει σεξ ποτέ για λεφτά και μετά ξεσπάει λέγοντας ότι τον ζηλεύει, γιατί θα είναι πάντα ελεύθερος, ούτε γάμοι ούτε παιδιά. Ο (ομοφυλόφιλος) άντρας λοιπόν, μακριά από τις συμβάσεις της αναπαραγωγής, είναι πεδίο ανοιχτό και προς τις δύο υπαρξιακές κατευθύνσεις: την απόλυτη αποκτήνωση αλλά και τον αληθινό, ελεύθερο μα και πιστό έρωτα.

δ)Ένα ακόμη μοτίβο είναι οι φωτογραφίες. Το επάγγελμα του Ισαάκ είναι αυτό, φωτογράφος. (Ένα από το ομορφότερα ελάσσονα σημεία του βιβλίου είναι η απόδοση της σχέσης του με το δάσκαλό του στη σχολή φωτογραφίας, τον Σαμ, που τον ξανασυναντάμε και στην Αγγλία. Οι φωτογραφίες του όπως τις παρουσιάζει και όπως εξελίσσονται μου φαίνονται σχόλιο της ίδιας της γραφής του, ένα είδος έμμεσης αυτοαναφορικότητας.

ε) Τέλος ένα πολύ ισχυρό μοτίβο (και) σε αυτή την αφήγηση είναι το εβραϊκό. Σε κάθε πόλη εμφανίζονται, στον ένα ή τον άλλο ρόλο, ως παρελθόν ή παρόν, Εβραίοι. Συνδυασμένες και οι δύο αφηγήσεις (αυτή και η άλλη με το δαίμονα-εβραιόπουλο) δίνουν νόημα στο στοιχείο αυτό ως αντιπροσωπευτικό της ενοχής. Οι Εβραίοι εμφανίζονται ως περίπου το υπόστρωμα της Ευρώπης που δολοφονήθηκε και πάνω στους τάφους τους εμείς υπάρχουμε.
Το θέμα αυτό γίνεται ιδιαίτερα δυνατό στη συνάντηση με το γέρο Εβραίο στο γκέτο της Βενετίας. Ο μισότρελος διασωθείς από πογκρόμ κάνει τον ήρωα να νιώσει αμήχανα. Στο τέλος ο Ισαάκ τον φοβάται και τον απωθεί με μια αθέλητη φωνή: «Αι γαμήσου σκατοεβραίε», ή κάπως έτσι, κι εκεί νιώθεις τη διττή στάση απέναντι στην ενοχή, την κάθε ενοχή που μας κληρονομούν: θέλουμε να απελευθερωθούμε από αυτήν, από ό,τι άδικα μας βαραίνει ως ηθική και ιδεολογία, ενώ δεν το επιλέξαμε μόνοι μας.


Η οπτική γωνία του ήρωα


Όχι του αφηγητή. Εννοώ δηλαδή μια ευρύτερη οπτική, που δεν λάμπει, δεν φωνάζει την παρουσία της, μα κρύβεται ντροπαλά και μόνο στις καίριες στιγμές προσφέρει την αγκαλιά της. Για μένα ήταν το κλειδί για να σταθώ δίπλα στον συγγραφέα και να διαβάσω από εκεί το μυθιστόρημα (σε αντίθεση με τους περισσότερους) ως φωτεινό και αισιόδοξο.
Η οπτική γωνία λοιπόν του ήρωα είναι, νομίζω, σε όλη τη διάρκεια της αφήγησης, κυριολεκτικά μακρινή. Υπερωκεάνια:
Είναι η Αυστραλία.
Ο Ισαάκ δεν είναι «χωρίς πατρίδα». Ήρθε βεβαίως να γνωρίσει την Ελλάδα και την Ευρώπη, για να καταλάβει καλύτερα την προσωπική ιστορία του και την ιστορία της πατρίδας του. Η πατρίδα του όμως δεν είναι η Ευρώπη. (Ούτε η Ελλάδα, μη χαίρεστε!). Είναι η Αυστραλία: εκεί γεννήθηκε, εκεί είναι η μητέρα του κι εκεί είναι ο Κόλιν, η μεγάλη, πιστή αγάπη του.
Κι αν το ταξίδι αυτογνωσίας οδηγεί ειρωνικά στην αυτοαναίρεσή του (αντί για εύρεση, έχουμε απώλεια ταυτότητας, αποδόμηση μέχρι θανάτου), η επανένωση του εαυτού, μετά από αυτή την οδυνηρή κάθαρση, θα γίνει πίσω στην Αυστραλία. Εκεί είναι η ελπίδα, το αύριο και το φως. Πάνω από όλα και πριν από όλα, εκεί είναι η αγάπη..
Το αίμα που έχει ποτίσει αυτή τη μακρινή γη είναι βέβαια κι αυτό άγριο και βάρβαρο –κι ακόμη, ίσως, πιο μοναχικό: οι γονείς του Ισαάκ παίρνουν ηρωίνη-έτσι πέθανε ο πατέρας του, την εμπορευόταν άλλωστε, τι να έκανε, φτωχός μετανάστης ήταν (σας θυμίζει κάτι;)-, ο Κόλιν, ο σύντροφός του, είναι ένας πρώην σκίνχεντ που έσπαγε τάφους εβραίων -κι ο αυστραλός μπάτσος που τον συνέλαβε του ψιθύρισε κρυφά στο αυτί «μπράβο γιε μου» (σας θυμίζει κάτι;) και τα καψόνια σε βάρος της μεταναστοπούλας Ρεβέκκας από τους συμμαθητές της στο αυστραλέζικο δημοτικό ήταν απίστευτα σκληρά. (Τόσο που μπορεί και να μη σας θυμίσουν κάτι). Αλλά το αίμα αυτό δεν είναι παλιό και σάπιο. Δεν κουβαλάει αναγκαστικά τις ιδεολογίες, τις κληρονομημένες ενοχές, τις νεκρωμένες αγκυλώσεις και μαζί την ευρωπαϊκή «δημοκρατία» που θέλει να συγχωνέψει όλα τα αταίριαστα, όσα τρέφουν τους πολέμους, την υποκρισία, το μίσος και τα εγκλήματα, σε μια χλιαρή, δειλή, διανοουμενίστικη σούπα.

«Θέλω να βρεθώ πίσω στην πατρίδα, στην αγνή, απέραντη Αυστραλία όπου ο αέρας είναι καθαρός, νεανικός. Δεν κοροϊδεύω τον εαυτό μου. Δεν λέω πως δεν υπάρχει κι εκεί αίμα, στο έδαφος, στο χώμα, στο νερό, πάνω απ’ τη γη. Δεν προσποιούμαι πως δεν υπάρχει κι εκεί άσπλαχνη ιστορία. Η μυρωδιά της γης είναι παντού αδυσώπητη, εγώ όμως θέλω τουλάχιστον να ατενίζω έναν ακμαίο, νεανικό ουρανό. Ο ουρανός που απλώνεται τώρα από πάνω μου είναι καταπιεσμένος κι ευτελής. Δεν μπορώ να δω τα αστέρια, δεν μπορώ να δω τις άκρες κανενός σύμπαντος. Ο θόλος του Λονδίνου αντικατοπτρίζει τον ίδιο του τον εαυτό. Η Ευρώπη είναι μια Ευρώπη δίχως τέλος. Καμιά υπόσχεση για κάτι πέρα από αυτό».

Την ίδια ματιά για τη γη ως υπόσχεση για κάτι άλλο, ως έδαφος που πάνω του το ανθρώπινο ον μπορεί να αναζητήσει τον προορισμό του και μια ξεκάθαρη άποψη για το καλό και το κακό, βλέπουμε κι από μια άλλη πλευρά, στα παρακάτω λόγια του «νιτσεϊκού αχθοφόρου», του Σέρβου Ζίβαν (Που έχει κάνει διδακτορικό για το Νίτσε και τώρα ζει ως αχθοφόρος στο κάμπους του Καίμπριτζ):

«Πιστεύω όμως ότι οι Αμερικάνοι και οι μουλάδες έχουν πολλά κοινά. Μια αίσθηση ηθικής, δικαιοσύνης, που έχει τις ρίζες της στην έρημο. Η έρημος είναι η αρχική πηγή του πουριτανισμού».

(Ψάχνοντας στη μνήμη μου για ανάλογο ανάγνωσμα, που να συγκρίνει τον Παλιό με το Νέο κόσμο, θυμήθηκα τους Ευρωπαίους του Χένρι Τζέιμς και ένιωσα έκπληξη για το πόσο μοιάζουν με ό,τι λέμε εδώ: η Ευρωπαία αστή με τις πονηριές, τα σχέδιά της και τον σοφιστικέ, «κομψό» (στην πραγματικότητα περίπλοκο, δολοπλόκο και απόλυτα εγωιστικό και αμοραλιστικό) τρόπο σκέψης της, έρχεται αντιμέτωπη με την απλή, έντιμη και περήφανη ηθική και συμπεριφορά των Αμερικάνων μακρινών συγγενών της).
Σε αυτό το πλαίσιο περίπου λοιπόν, πάμε για το φινάλε.

Το βιβλίο της Λίλιθ.

(Ισαάκ): «Γιατί θυμώνεις;»
(Κόλιν): «Γιατί οι άνθρωποι είναι δειλοί».

Σε ελεύθερο φλας μπακ στο παρελθόν, σε απροσδιόριστο χρόνο, ο Ισαάκ συνομιλεί με το σύντροφό του τον Κόλιν. Ο Κόλιν είναι ένας σωματώδης και περιορισμένης μόρφωσης πρώην σκίνχεντ. Έχει ενδιαφέρον το πώς έγινε σκίνχεντ : τον μύησε ο κατά κάποιο τρόπο θετός του πατέρας, δηλαδή ο φίλος της μητέρας του, ο Στηβ. Ο Στηβ, ένας αγράμματος τύπος, τον αγαπούσε και τον ανάγκαζε να διαβάζει τη Βίβλο, για να μη μείνει αγράμματος σαν αυτόν. Ακόμα πιο ενδιαφέρον πάντως έχει, πώς, ή μάλλον πού, απόκτησε αυτή την «ιδεολογία» ο ίδιος ο Στηβ: μα, στη φυλακή! Εκεί, ο λούμπεν αναλφάβητος παραβατικός μυήθηκε στην ανωτερότητα του χριστιανισμού και της Αρίας φυλής, τα ιδανικά δηλαδή που έχουν ανάγκη να πιστέψουν οι παρίες.

Σ’ αυτό το προτελευταίο κεφάλαιο λοιπόν, οι δύο εραστές συζητάνε για τις θρησκείες। Ο Ισαάκ, που είναι πιο μορφωμένος και διανοούμενος, υποστηρίζει ότι οι θρησκείες μπορούν να συνυπάρχουν, καθώς και με τους άθεους, και να διαλέγουμε από αυτές ελεύθερα ό,τι θέλουμε.
Ο Κόλιν όμως λέει ότι οι θρησκείες δεν είναι σουπερ μάρκετ, όπου ψωνίζεις ό,τι θέλεις. Τις παίρνεις πακέτο. Είναι σαφή δόγματα, που ή τα δέχεσαι ολόκληρα ή όχι. Ή είσαι πιστός ή δεν είσαι, δεν γίνεται κάτι μεσοβέζικο. Πάντα όμως μπορείς να επιλέξεις: (Στο Νέο κόσμο όλα, η πατρίδα, η θρησκεία, η σεξουαλική ταυτότητα, η ιδεολογία, είναι θέμα ατομικής επιλογής).
«Ο καθένας κάνει την επιλογή του. Πρέπει να κάνεις τη γαμημένη την επιλογή σου».

Κι ύστερα, ο Κόλιν την κάνει:

(Ισαάκ): «Εσύ, λοιπόν, πιστεύεις σ’ αυτό το Θεό»;
(Κόλιν): «Δεν ξέρω. Αλλά θα σου πω ένα πράγμα, αγάπη μου: Ακόμα κι αν υπάρχει ο ένας Θεός, εγώ πάλι εσένα επιλέγω. Επιλέγω εσένα αντί του Θεού. Έχω κάνει αυτή την επιλογή και θα ζήσω με αυτή την επιλογή. Μα την πίστη μου, Ισαάκ, αν ο θεός είναι αυτό το ηθικολόγο αρχίδι της Βίβλου, εγώ διαλέγω την Κόλαση κι όχι αυτόν. Να πάει να γαμηθεί. Εγώ επιλέγω να είμαι μαζί σου».

Κι έτσι ο συγγραφέας κάνει τη μισή πρότασή του: η ζωή είναι επιλογή: ή διαλέγουμε να ακολουθούμε θρησκείες και ιδεολογίες, ή διαλέγουμε να αγαπάμε τον (έναν;) άνθρωπο. Δεν υπάρχει ενδιάμεσο. Να γιατί ο Κόλιν είναι θυμωμένος, να γιατί οι άνθρωποι είναι δειλοί.

Εξιλέωση.

Το τελευταίο κεφάλαιο ανήκει στην τριτοπρόσωπη αφήγηση, είναι η συνέχεια της ιστορίας της Ρεβέκκας, της μητέρας του ήρωα. (Έτσι ο συγγραφέας λύνει και το πρόβλημα του αφηγητή, αφού ο ήρωάς του αφηγητής είναι σε κώμα) Η Ρεβέκκα και ο Κόλιν ταξιδεύουν από την Αυστραλία στο Λονδίνο για να τον πάρουν πίσω στην πατρίδα. Ο Ισαάκ είναι πολύ άρρωστος, πεθαίνει, και η Ρεβέκκα τον συντηρεί προσωρινά με αίμα. Τελικά τον σώζει αρνούμενη το Θεό (αν και πολύ θρησκευόμενη ως τότε), όπως έκανε και ο Κόλιν στο προηγούμενο κεφάλαιο. Διαλέγοντας, δηλαδή, κι αυτή τη γυμνή, ελεύθερη αγάπη.

«Μόλις είδε το γιο της, κατάλαβε ότι πέθαινε. Τώρα ήταν η σειρά του Κόλιν να καταρρεύσει. Όταν είδε αυτόν το μεγαλόσωμο άντρα να κλαίει, όταν είδε το βάθος και τη σφοδρότητα της θλίψης του, αποφάσισε ότι θα έσωζε το γιο της».

Η Ρεβέκκα έσωσε το γιο της διαλέγοντας από το Θεό το Δαίμονα. (Που τον έχει κληρονομήσει από τη μητέρα της –ερωμένη και δολοφόνο του εβραιόπουλου- και τον αποκαλεί Άγγελο, θέμα που θα σήκωνε ιδιαίτερη ψυχαναλυτική μελέτη). Διαλέγοντας δηλαδή κι αυτή τον άνθρωπο και την αδυναμία του, τη ντροπή και την ενοχή του. (Που αποτελεί νομίζω το άλλο μισό της πρότασης του συγγραφέα: αγαπάμε τον άνθρωπο μ α ζ ί με την πτώση του). Η πολύ θρησκευόμενη ως τότε Ρεβέκκα απαρνιέται την πίστη. Θα ζήσει πια μόνο με τον άνθρωπο και την αμαρτία του, που θα την αγαπά.
Και ο Ισαάκ γίνεται καλά. Παίρνει ζωή από την αγάπη της μητέρας και του Κόλιν, μακριά από ιδεολογίες και θρησκείες. Ο Κόλιν και η Ρεβέκκα έκαναν την ατομική τους επιλογή.
Πίσω από την ηθική πρόταση ίσως υποφώσκει και μια πολιτική: ελεύθερη επιλογή του ατόμου ως προς όλα τα στοιχεία της ταυτότητάς του και ισότιμη με του άλλου, πίστη στον άνθρωπο και τις αδυναμίες του, απόρριψη των ιδεολογικών συστημάτων και των θρησκευτικών δογμάτων: ένας αδρομερής ουμανιστικός αναρχισμός;
Αλλά μάλλον μιλάω ως Ευρωπαία. Όπως και να ναι , ο Χρήστος Τσιόλκας κράτησε στα χέρια του μ ε γ ά λ α πράγματα και τα έφερε ως το τέλος, με τη χοντροκομμένη κάπως αλλά σαφή πρότασή του, και με τη διαλεκτική, τον πλούτο των ιδεών, την τεχνική, το πάθος του. Με νου, καρδιά και με πολύ, δοσμένο σώμα. Τα έφερε ίσως κάπως ανισόρροπα, αλλά γι’ αυτό το έργο του είναι ακόμα πιο αξιαγάπητο. Σπουδαίο βιβλίο, γενναίο και δυνατό.

3/2/11

"Στροφή στο κοινωνικό", ή επιστροφή στο σπίτι;



Σε μια νέα φάση ζωής, η λογοτεχνία ανανεώνεται. Ανανέωση δεν σημαίνει ξαναγράψιμο των παλιών θεμάτων από (πιο) νέους συγγραφείς, αλλά αποτύπωση της νέας ζωής από νέους και παλιούς. Αυτό μπορεί να ξεκινάει και από "μικρά", προσωπικά, φαινομενικά ασήμαντα θέματα, και σταδιακά, έργο το έργο και συγγραφέα τον συγγραφέα, να μεγαλώνει, να πλουτίζεται και να φτάσει κάποτε σε σύνθετη θεώρηση. Η αποτύπωση μιας σύγχρονης ερωτικής σχέσης και των προβλημάτων της είναι, δυνάμει, πολύ πιο προοδευτικό και "κοινωνικό" θέμα από το πώς βλέπει τον εμφύλιο ένας σημερινός εικοσάρης. Ο α΄θα δώσει το προσωπικό βίωμα, ο β΄θα πλουτίσει με (ανα)προσδιορισμό κοινωνικών τάξεων, ο γ΄θα φτιάξει μια πιο σύνθετη πλοκή, ο δ΄θα σκιαγραφήσει το σύγχρονο χαρακτήρα σε βάθος.

Η ελληνική λογοτεχνία όμως αναμασά. "Στροφή στο κοινωνικό" σημαίνει γι αυτήν κουραστικό ξαναγράψιμο του εμφύλιου, της κατοχής, της δικτατορίας, των αριστερών και δεξιών. Ολη η Ελλάδα είναι μια μεγάλη οικογένεια, όπου κάθε Χριστούγεννα και Πάσχα ο παππούς και η γιαγιά αφηγούνται τις αναμνήσεις τους. Κι ενώ στην εποχή του "κλικ" (δεν ήξερα ότι λεγεται ετσι, πρόσφατα το έμαθα) τα άταχτα εγγόνια βαριούνταν να ακούνε τις αφηγήσεις κι έτρεχαν στα μπαρ, καταγράφοντας τις εκεί εμπειρίες τους σε σπιντάτα βιβλία γεμάτα εφηβικές εξυπνάδες, τώρα (στην εποχή της "κρίσης") που μεγάλωσαν, αντί να ξαναγράψουν, με πίστη στον εαυτό τους, εκείνα τα φρέσκα βιβλία, με αποστασιοποιημένη όμως τώρα, ώριμη ματιά, και να δουν τις κοινωνικές συνιστώσες της ζωής τους και της εποχής τους ως νηφάλιοι ενηλικες, τρέχουν να αποδείξουν ότι έμαθαν καλά το μάθημα του παππού.
Υπάρχουν βέβαια και τα "σύγχρονα" κοινωνικά θέματα, των "μεταναστών", της "οικολογίας" και της "διαφορετικότητας". Αλλά η λογοτεχνία δεν πηγάζει από το τσιτάτο και το ιδεολόγημα, στηρίζεται στη ρέουσα ζωή. Αν δεν έχεις την σύνθετη και μη ταξινομήσιμη εύκολα εμπειρία, πραγματική ή φανταστική (που, ξανά, ο α΄θα την καταγράψει, ο β΄θα την ωθήσει και ο γ΄θα την εντάξει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο), μικρή διαφορά έχει αν (υπ)ακούς τον σύγχρονο κομματάρχη, έστω τον "πνευματικό άνθρωπο", ή τον υπέργηρο αντάρτη παππού. Είσαι αντίλαλος.
Ειλικρινά, έχω αρχίσει να νοσταλγώ τα βιβλία που σνομπάριζα, αυτά με τις περιπέτειες στα μπαράκια, τα καμάκια και τους γκόμενους. Μπορεί εκεί να βρισκόταν ο πυρήνας για κάτι αληθινό, κάτι που όμως γέρασε πριν την ώρα του. "Σ αυτό τον τόπο" (που λένε οι συνδικαλιστές) τίποτα καινούργιο δεν αφήνουμε να αναπνεύσει και να ωριμάσει. Τίποτα δεν αγαπάμε αρκετά, ώστε να το βοηθήσουμε να βελτιωθεί και να αναπτυχθεί.

Και, βέβαια, το παρελθόν (συνήθως, και βαρετά, της οικογένειας) κρύβει όντως "φοβερά και συναρπαστικά μυστικά", που στο τέλος των βιβλίων "αποκαλύπτονται". Αλλά τι να την κάνουμε την αποκάλυψη, αν μετά συνεχίζουμε να ζούμε (και να γράφουμε) όπως πριν;
(Στη φωτό η Λύντια Γκεβάρα, εγγονή του Τσε, στην αφίσα υπέρ του χορτοφαγικού κινήματος της οργάνωσης PETΑ. Θεωρώ τη φωτό απολύτως σχετική με το θέμα του ποστ, κι αυτους που λένε οτι "θα τρίζουν τα κόκαλα του παππού της" εντελώς απολιθωμένους τύπους)